6 καταθλιπτικές ταινίες για σένα που γουστάρεις και λίγο να κουρελιάζεις την ψυχή σου

Από Κοραλία Ξεπαπαδέα 1 Νοεμβρίου 2019

Σφίξε στομάχι και πάρε χαρτομάντιλα.

«Ο κινηματογράφος είναι μια ασθένεια. Μόλις εισχωρήσει στο αίμα σας γίνεται γρήγορα η βασική ορμόνη, αντικαθιστά τα ένζυμα, ελέγχει την επίφυση, παίζει με την ψυχή σας. Όπως και με την ηρωίνη, το μόνο αντίδοτο στον κινηματογράφο, είναι ο κινηματογράφος!»

-Frank Capra

Επειδή το σινεμά, όπως και η ζωή άλλωστε, δεν είναι μόνο τρισευχάριστες σκηνές που κάνουν την ψυχή σου να ανοίγει και το στομάχι σου να ξερνάει πεταλούδες, αλλά έχουν και την αναπόφευκτη μαυρίλα τους, καλό είναι να θυμόμαστε ότι η «ψυχαγωγία» μπορεί να λειτουργήσει και ως δίκοπο μαχαίρι.

Και επειδή κάπου βαθιά μέσα μας, όλοι κρύβουμε έναν εαυτό που ψιλογουστάρει να κουρελιάζεται και να γίνεται ένα με το πάτωμα, σου έχω παρακάτω τη δοκιμασμένη συνταγή:

Κινηματογραφική κατάθλιψη σε όλο της το μεγαλείο, πολύ δάκρυ, γερή δόση μιζέριας, ματαιότητα, δυνατή αίσθηση ότι όλα πάνε κατά διαόλου, αλλά δεν πειράζει, γιατί η θλίψη που μεταφέρεται στην οθόνη και γίνεται τέχνη είναι ένας τρόπος να ελπίζεις.

1. Biutiful – 2010

Ακόμα και σήμερα δεν έχω ιδέα πώς, γιατί και με ποια λογική, το Biutiful έκανε ποδαρικό στην Πρωτοχρονιά μου του 2018 λίγο πριν σκάσουν τα πυροτεχνήματα και το καθιερωμένο ρεβεγιόν. Ήθελα από καιρό να δω τη συγκεκριμένη ταινία, πρώτον γιατί πρωταγωνιστεί ο Χαβιέ Μπαρδέμ (😎) και δεύτερον γιατί, εντάξει, θα είμαι ειλικρινής. Μου είπαν ότι αυτή η ταινία θα μου μαυρίσει την ψυχή από την πρώτη μέχρι την τελευταία σκηνή και ότι δεν υπάρχει λόγος να τη δω και μπλα μπλα μπλα, οπότε καταλαβαίνεις… Δεν υπάρχει μεγαλύτερη πρόκληση για τον μαζοχισμό ενός ανθρώπου απ’ το να του πεις «Μη δεις αυτή την ταινία», ειδικά όταν ξέρεις ότι αυτός ο άνθρωπος ΔΕΝ έχει θέμα να δει μια όχι και τόσο χαρούμενη ταινία. Τέλος πάντων, για να μην τα πολύ λέω, ε, σαν αντιδραστικό παιδί κι εγώ στο άνθος της ηλικίας μου, τι να κάνω;

Προφανώς και την είδα και δεν το μετάνιωσα και καθόλου, είναι η πιο ωραία καταθλιπτική ταινία που έχω δει στη ζωή μου. Το θέμα είναι πώς κατέληξα να τη βλέπω Πρωτοχροννιάτικα, anyway, δεν έχει σημασία.

Τι έχουμε, λοιπόν, στο Biutiful;

O Ουξμπάλ (Uxbal) είναι έναν άνθρωπος που ζει μέσα τις στερήσεις, χωρισμένος πατέρας δύο μικρών παιδιών, τα οποία πρέπει να αναθρέψει με κάποιον τρόπο, ενώ ταυτόχρονα μαθαίνει ότι έχει μπροστά του μόνο λίγους μήνες ζωής. Τριγυρίζοντας στον υπόκοσμο της Βαρκελώνης, ο Ουξμπάλ, τον οποίο υποδύεται με ανεπιτήδευτη τελειότητα ο Javier Bardem, κουβαλά τον δικό του σταυρό, ψάχνοντας να βρει τον καλύτερο ανάδοχο γονέα για να αφήσει τα παιδιά του, αφού το τέλος του είναι προδιαγεγραμμένο και το ξέρει, ενώ το σοβαρό πρόβλημα υγείας που αντιμετωπίζει, αρχίζει να τον κατατρώει όλο και περισσότερο σωματικά και ηθικά.

Ο Javier Bardem ως «Ουξμπάλ» στο Biutiful

Παρότι βιολογικά εν ζωή, ο θάνατος είναι παρών στη ζωή του κι εκείνος επικοινωνεί με φαντάσματα, ακούγοντας μεταφυσικά τον ήχο του τέλους σε ένα επώδυνο ταξίδι που αποπνέει μελαγχολία, ματαιότητα, αγωνία. Για να μεταδώσει αυτή την αγωνία και το καθημερινό μαρτύριο του ρημαγμένου από τη ζωή πρωταγωνιστή, ο θεός Μπαρδέμ καταφεύγει στην υπέρτατη δραματουργική ερμηνεία της καριέρας του, δίνοντας στον χαρακτήρα που υποδύεται το βασικότερο στοιχείο όλων, το οποίο και κάνει την ψυχή του θεατή χίλια κομματάκια: Το ζωώδες και τελικά ανθρώπινο ένστικτο ενός μελλοθάνατου, ο οποίος παρότι δεν έχει στήριξη από πουθενά και κανέναν, καταφέρνει και βρίσκει την εσωτερική του δύναμη εκεί που τα πάντα φαίνεται να τελειώνουν.

Κι εσύ, απλά στέκεσαι και παρακολουθείς, με την ψυχή σου να έχει μετατραπεί σε σαρακιασμένο κουβάρι, και το μόνο που ελπίζεις είναι να πάνε όλα καλά στη ζωή του Ουξμπάλ και των παιδιών του.

Ο Javier Bardem ως «Ουξμπάλ» με τα δύο του παιδιά, Άννα και Ματέο, στο Biutiful

Το Biutiful είναι μια ταινία που δείχνει την άλλη πλευρά της Βαρκελώνης, αυτή του υποκόσμου, της φτώχειας, της μαυρίλας, που, όμως, είναι μια πλευρά υπαρκτή και πέρα για πέρα πραγματιστική: Μπάτσοι να κάνουν ντου σε κεντρικές πλατείες της πόλης, η κάμερα ακολουθεί τους Αφρικάνους μικροπωλητές που τρέχουν με την πραγμάτια τους στον ώμο, την οποία παράγουν Κινέζοι βιοτέχνες που δουλεύουν όλη μέρα σε απάνθρωπες συνθήκες ανυπόφορης ζέστης, μια εξαιρετικά ζοφερή, αλλά ρεαλιστική καταγραφή της ζωής όλων εκείνων που ως «παράνομοι μετανάστες» παλεύουν για καλύτερες συνθήκες διαβίωσης, για μια άλλη ζωή που μοιάζει άπιαστο όνειρο.

Εργαζόμενοι μετανάστες σε υπόγεια της Βαρκελώνης

Ο σκηνοθέτης της ταινίας και «μετρ» του πιο μαγικού φιλμικού ρεαλισμού, Αλεχάντρο Ιναρίτου, κάνει τον θεατή να αφουγκράζεται τον πόνο και τη βαθιά επιθυμία του πρωταγωνιστή για ζωή, η οποία, δυστυχώς ματαιώνεται από πολλών ειδών δυσκολίες.

Και με λίγα λόγια, πέφτουν οι τίτλοι τέλους και προσπαθείς να συνειδητοποιήσεις αυτό που είδες με τον πιο ανώδυνο για την ψυχούλα σου τρόπο.

2. Submarino – 2010

Αν υπάρχει μια και μοναδική λέξη που χαρακτηρίζει το Submarinο, αυτή είναι η λέξη «σκληρότητα». Και δεν είναι να απορείς, αν σκεφτείς ότι πρόκειται για ακόμη μια τραγωδία σκανδαναβικού τύπου που υπογράφει ο Δανός σκηνοθέτης και συνδημιουργός του Δόγματος 95, Τόμας Βίτενμπεργκ, για να σου θυμίσει ότι, όπως οι χαρακτήρες της ταινίας, έτσι και όλοι οι άνθρωποι στην πραγματική ζωή κάποια στιγμή πιάνουν πάτο.

Ο Jakob Cedergren ως «Νικ» στο Submarino

Η ιστορία παρακολουθεί τη ζωή του Νικ (Jakob Cedergren) και του μικρότερου αδερφού του, οι οποίοι, παρότι δεν έχουν τελειώσει ακόμη το δημοτικό, έχουν ήδη σκληραγωγηθεί από τη φτώχεια, τις κακουχίες και το αλκοόλ. Παρότι τα δύο αδέρφια βρίσκουν ελπίδα στο πρόσωπο του νεογέννητου αδερφού τους, αντικαθιστώντας την αδιάφορη και αλκοολική μητέρα τους στη φροντίδα του, αυτή η μικρή «σανίδα» δε θα είναι τελικά η σωτηρία τους, αλλά το τραύμα θα τους στοιχειώνει μέχρι την ύστερη ενηλικίωση.

Τα τρία αδέρφια του Submarino

Ο Νικ είναι πλέον 30 χρονών και ζει σ’ ένα σκοτεινό σπίτι σε κατάσταση απόλυτης μοναξιάς και εξαθλίωσης, ανίκανος να ελέγξει τον θυμό του, ο οποίος όλο και γιγαντώνεται από την ανικανότητα να πλησιάσει τον αδερφό του. Η ανικανότητα του Νικ να συνδεθεί με οποιονδήποτε άνθρωπο, αποτυπώνεται σε κάθε σχέση που επιχειρεί: Στην επιφανειακή σχέση που διατηρεί με τη Σόφι (Patricia Schumann), τη γειτόνισσα του, για την οποία η μόνη ελπίδα είναι να αποκτήσει και πάλι την κηδεμονία του γιου της, αλλά πολύ περισσότερο στην άρνησή του να αποδεχτεί την ψυχασθένεια του Ιβάν, του αδερφού της πρώην κοπέλας του και μοναδικού ανθρώπου, με τον οποίο έχει μια στοιχειώδη επικοινωνία.

Ο Jakob Cedergren ως «Νικ» και ο Morten Rose ως «Ιβάν» στο Submarino

Για τον αδελφό του Νικ, από την άλλη, τίποτα δεν έχει μεγαλύτερη σημασία από τον εξάχρονο γιο του, Μάρτιν, με τον οποίο βρίσκεται σε μια τοξική σχέση εξάρτησης, που τον εμποδίζει απ’ το να είναι ένας υπεύθυνος γονιός.

O Peter Plaugborg ως αδερφός του Νικ στο Submarino

Η σκοτεινή πλευρά της ζωής και το όλο περιβάλλον της ταινίας μπορεί να είναι απίστευτα καταθλιπτικό, αλλά σου ασκεί μια περίεργη γοητεία που δε γίνεται να μην ακουμπήσει κάτι μέσα σου. Και λέω δε γίνεται, γιατί όλοι μας ζούμε σε κοινωνίες και ως αναπόσπαστα σώματα αυτής, γνωρίζουμε καλά πως στις κοινωνίες η επιβίωση προηγείται. Πάντα.

Δύο τσακισμένες υπάρξεις με κοινό παρονομαστή τη γονεϊκή αμέλεια, το κοινό, ενοχικό τραύμα που θα τους στοιχειώνει, θα τους ενώνει και θα τους κρατά πάντα σε μια καταθλιπτική απόσταση.

3. Virgin Mountain (Παρθένο Βουνό) – 2015

Το Virgin Mountain είναι μια ταινία του Ισλανδού σκηνοθέτη, Νταγκούρ Κάρι, που προβλήθηκε στο Φεστιβάλ Βερολίνου το 2015 και που κυλάει αρμονικά, όπως κι ο εύηχος τίτλος της.

Η ταινία παρακολουθεί τη μονότονη ζωή του 40χρονου Φούσι (Γκάνρ Γιόνσον), ενός μεγαλόσωμου ενήλικα, αλλά φανερά φυλακισμένου σε καρδιά μικρού παιδιού, ο οποίος ζει ακόμα με τη μητέρα του, δουλεύει στη μεταφορά αποσκευών του αεροδρομίου και είναι μάλλον παρθένος, ένα ζήτημα που δεν τίθεται ποτέ απερίφραστα, περισσότερο υπονοείται κι ο καθένας ας συμπεράνει όπως νομίζει.

Ο Γκάνρ Γιόνσον ως «Φούζι» στην αφίσα της ταινίας Virgin Mountain

Ο Φούσι δεν έχει κοπέλα, αλλά έχει έναν φίλο, που μοιράζονται το ίδιο «κόλλημα» για τις μάχες του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και με τον οποίον παίζουν στρατιωτικά παιχνίδια σε μινιατούρες οχημάτων. Σε κάποια φάση, λοιπόν, πέφτει στα χέρια του συμπτωματικά ένα κουπόνι για δωρεάν μάθημα σε σχολή χορού και, αφού τρώει ένα μίνι πρήξιμο από τη μάνα του, τελικά πηγαίνει με τα χίλια ζόρια στο δωρεάν μάθημα, όπου και γνωρίζει ταράμταράμ… τη Σιόφιν, μια γυναίκα με τις δικές της ιδιαιτερότητες και τα δικά της τραύματα. Μέσα απ’ τη γνωριμία αυτή, ο πρωταγωνιστής θα ανακαλύψει πράγματα για τη Σιόφιν, αλλά κυρίως για τον ίδιο του τον εαυτό.

Ο Gunnar Jónsson ως «Φούζι» και η Ilmur Kristjánsdóttir ως «Σιόφιν» στο Virgin Mountain

Τώρα, θα την ερωτευτεί, δε θα την ερωτευτεί, βλέπεις και κρίνεις.

Παρότι low budget, το Virgin Mountain είναι απ’ αυτές τις ταινίες που λες ότι είναι «μοναδικές» κινηματογραφικά, γιατί επενδύουν στους κεντρικούς χαρακτήρες τους και, αναδεικνύοντας τις πιο μικρές λεπτομέρειες, τους κάνουν να φαίνονται απλοί και ταυτόχρονα πολύπλοκοι.

Συστήνουμε ανεπιφύλακτα το «Παρθένο Βουνό», γιατί -μεταξύ άλλων αναγνώσεων που μπορούν να γίνουν για την ταινία- θέτει ένα βασικό πανανθρώπινο ερώτημα: Μπορεί ο έρωτας να σώσει έναν άνθρωπο από τη μονοτονία, την κοινωνική και συναισθηματική απομόνωση; Και τελικά, ακόμα κι αν ο άνθρωπος δεν αναγεννηθεί μέσα απ’ τον έρωτα, τουλάχιστον άξιζε η εμπειρία;

4. Περίπτωση Συνείδησης (No Date, No Signature) – 2018

Το «Περίπτωση συνείδησης» είναι ένα διεισδυτικό κοινωνικό και ψυχολογικό δράμα του Ιρανού σκηνοθέτη, Vahid Jalilvand, το οποίο ήταν αναμενόμενο ότι θα προκαλούσε σοκ στα μάτια του σύγχρονου δυτικού θεατή.

Σε συνθήκες ταξικού πολέμου στο Ιράν, ο τραγικός θάνατος ενός μικρού αγοριού έρχεται και κάθεται σαν «βαρίδι» στις συνειδήσεις των δύο πρωταγωνιστών, ενός ευυπόληπτου ιατροδικαστή απ’ τη μία και του πενθούντος πατέρα του μικρού απ’ την άλλη.

Η υπόθεση βασίζεται σε ένα τροχαίο, στο οποίο εμπλέκεται ένας ιατροδικαστής και τραυματίζεται ελαφρά ένα οκτάχρονο αγοράκι. Ο ιατροδικαστής, τον οποίο υποδύεται ο βετεράνος ηθοποιός, Amir Aghaee, αποφεύγει να καλέσει την αστυνομία, διότι η ασφάλειά του έχει λήξει κι έτσι δίνει κάποια χρήματα στον πατέρα του παιδιού ως αποζημίωση.

O Amir Aghaee ως «ιατροδικαστής» & o Navid Mohammadzadeh ως «πατέρας του μικρού» στο No Date, No Signature

Αν και ο μικρός έχει μόνο μελανιές μετά το τράνταγμα, ο ιατροδικαστής προσφέρεται να τον μεταφέρει στο νοσοκομείο, όμως ο πατέρας αρνείται. Το επόμενο πρωί, ο ιατροδικαστής θα βρει το πτώμα του αγοριού στο νεκροτομείο, με την πρώτη γνωμάτευση να διαπιστώνει θάνατο από δηλητηρίαση.

Και τότε είναι που ξεκινά ένα προσωπικό ταξίδι αναζήτησης ευθυνών για τα δύο τραγικά πρόσωπα, τον ιατροδικαστή από τη μια και πατέρα του μικρού από την άλλη.

Από τι πέθανε τελικά το παιδί;

Από εξαθλιωτική φτώχεια που οδήγησε τον πατέρα να ταΐσει εν αγνοία του το παιδί με νεκρό ζώο, που κάνει μόνο για τα σκυλιά ή από ελλειπή έρευνα για το τροχαίο ατύχημα που προκλήθηκε ανάμεσα στην οικογένεια και τον βασανισμένο από ενοχές ιατροδικαστή;

O Navid Mohammadzadeh ως «Μοοsa», πατέρας του μικρού στο No Date, No Signature

Δυο ταυτόχρονες περιπτώσεις βαριάς ηθικής ενοχής που προσεγγίζουν τις έννοιες «ανθρώπινο» και «τραγικό» με τη μέθοδο του πιο ωμού και απογυμνωμένου ρεαλισμού.

5. The Boy in the Striped Pajamas (Το Αγόρι Πίσω από το Συρματόπλεγμα) – 2008

Το Το Αγόρι Πίσω από το Συρματόπλεγμα είναι ίσως η καλύτερη ταινία για το Ολοκαύτωμα κι αυτό γιατί, μόνο μέσα από τα μάτια ενός μικρού παιδιού, μπορείς να κατανοήσεις την τραγική παράνοια του ανθρώπινου είδους.

Σ’ αυτή την ξεχωριστή εκδοχή του Ολοκαυτώματος, βασισμένη στο ομότιτλο βιβλίο του Ιρλανδού, Τζόν Μπόιν, η ταινία μας συστήνει σε δύο μικρά παιδιά, που χωρίζονται από έναν φράκτη: Ο Shmuel (Jack Scanlon) είναι ένα εβραιόπουλο που βρίσκεται μέσα στο στρατόπεδο συγκέντρωσης και ο Bruno (Asa Butterfield) είναι ο μικρός γιος του διοικητή του στρατοπέδου.

Ο «Bruno» (Asa Butterfield) είναι ο γιος του διοικητή του στρατοπέδου, ενώ πίσω απ’ τον φράχτη κάθεται ο μικρός Εβραίος «Shmuel» (Jack Scanlon)

Τα παιδιά γνωρίζονται και γίνονται κατευθείαν φίλοι, ενώ οι λίγες στιγμές που περνούν μαζί, είναι αρκετές για να ξεφύγουν απ’ τη φρίκη που τους περιτριγυρίζει. Όταν ο πατέρας του Shmuel ξαφνικά «εξαφανίζεται», ο μικρός γιος του διοικητή, Bruno, μπαίνει στο στρατόπεδο για να βοηθήσει τον φίλο του στο ψάξιμο, οπότε σύντομα και οι δυο μικροί πρωταγωνιστές οδηγούνται στον θάλαμο αερίων…

Μια πολύ δυνατή ταινία που προφανώς και κάνει επίκληση στο συναίσθημα, αλλά αναδεικνύει, με τον πιο συγκινητικό τρόπο και στις πιο αντίξοες συνθήκες, τη δύναμη της αληθινής φιλίας και τα όρια της αθωότητας, αιχμαλωτίζοντας τη σκέψη σου για χρόνια.

6. On Body And Soul (Η Ψυχή και το Σώμα) – 2017

Η Ψυχή και το Σώμα είναι ένα κινηματογραφικό αριστούργημα ουγγρικής παραγωγής, της Ildikó Enyedi, στο οποίο δικαιωματικά αποδόθηκε Χρυσή Άρκτος και βραβείο κριτικών στο Φεστιβάλ του Βερολίνου και τι να πρώτο πει κανείς γενικά…

Η ταινία πραγματεύεται μια όχι και τόσο συνηθισμένη, αλλά πέρα για πέρα ρεαλιστική ιστορία, τόσο ρομαντική όσο και ανορθόδοξη. Οι δύο πρωταγωνιστές, ο οικονομικός διευθυντής και η υπεύθυνη ποιοτικού ελέγχου ενός εργοστασίου παραγωγής βόειου κρέατος, αποκτούν αμοιβαία ερωτικά συναισθήματα, όταν διαπιστώνουν από κοινού πως βλέπουν κάθε βράδυ το ίδιο όνειρο, στο οποίο και οι δύο εμφανίζονται με τη μορφή ελαφιού. (Κάπου εδώ να παρεμβάλλουμε ένα «συγχαρητήρια» στην ταινία γι’ αυτό τον ευφυέστατο ψυχαναλυτικό συμβολισμό).

Τι μας μένει σαν αίσθηση απ’ αυτήν την εξαιρετικά μελαγχολική πλην καταθλιπτική ταινία;

Και οι δύο πρωταγωνιστές παλεύουν ο καθένας με τους δικούς τους «δαίμονες» (Για τον έναν ίσως ο δαίμονας είναι στο σώμα, για την άλλη στην ψυχή). Και παρότι στο βαθύ κόσμο του ασυνειδήτου, όλα είναι φαντασμαγορικά, όλα επιτρέπονται και όλα τα σενάρια είναι πιθανά και εφικτά, τι γίνεται με την πραγματική ζωή; Στην πραγματική, συνειδητότατη καθημερινή ζωή, οι σχέσεις και η σύνδεση ανάμεσα σε δύο ανθρώπους, δεν είναι παιχνιδάκι, σαν αυτό που «πλέκει» το όνειρο.

Η Alexandra Borbély ως «Mária» & ο Géza Morcsányi ως «Endre» στο Teströl és lélekröl

Στην πραγματική ζωή της μοναξιάς, του τραύματος και της κυκλικής ρουτίνας, τα πράγματα είναι πάντα διαφορετικά και γι’ αυτό, η «Ψυχή και το σώμα» είναι απλά ένα μανιφέστο ρεαλισμού και λυρικής κομψότητας.

ΕΙΣΑΙ ΜΕΣΑ ΓΙΑ ΤΑ ΝΕΑ ΚΟΝΤΟΠΑΚ VIBER ΣΤΙΚΕΡΣ; ΝΤΑΟΥΝΛΟΟΥΝΤ ΛΕΜΕ ΕΔΩ --> https://vb.me/fac486