Κριτική παράστασης: Το Πανηγύρι από το Εθνικό Θέατρο!

Από Τζωρτζίνα Σταματάκου 4 Απριλίου 2016

b_4879__elg7868

«Το Πανηγύρι» του Δημήτρη Κεχαίδη παρακολουθήσαμε στο Κτίριο Τσίλλερ του Εθνικού Θεάτρου την Τετάρτη, σε σκηνοθεσία Θανάση Παπαγεωργίου. Έργο γραμμένο το 1962, δεν κέρδισε από την αρχή κοινό και κριτικούς. Χρειάστηκε να περάσει περίπου μία δεκαετία, μέχρις ότου να φτάσει η κατάλληλη περίοδος για την κατανόησή του. Από τότε και μέχρι σήμερα, το Πανηγύρι θεωρείται ένα από τα πιο σημαντικά έργα της σύγχρονης ελληνικής δραματουργίας.

Ήρωες του ο Στρατηλάτης, η γυναίκα του, η κόρη του, που όλοι τη φωνάζουν Χνούδι, ο γιος του ο Τριαντάφυλλος και η γυναίκα του, με την γιαγιά της. Άνθρωποι φτωχοί, σε μία μεταπολεμική Ελλάδα, τοποθετημένη στις επαρχίες του θεσσαλικού κάμπου που δίνει την εντύπωση ότι λιμνάζει στην στασιμότητα και στην μιζέρια . Μια οικογένεια που ζει σε ένα μικρό σπιτάκι, βιώνοντας τον καθημερινό αγώνα της επιβίωσης. Ο πατέρας, παπλωματάς στο επάγγελμα, έχει παραδοθεί στην αδράνεια της αμάθειας, της αμορφωσιάς και της παράδοσης, αδυνατώντας να διεκδικήσει μία καλύτερη πραγματικότητα για την οικογένειά του, διατηρώντας όμως παράλληλα μία ευγενική και καλόκαρδη ψυχή. Η μόνη σκέψη που τον καταδυναστεύει, σαν φάντασμα του παρελθόντος, είναι οι εμπειρίες του από την εκστρατεία στην Μικρά Ασία. Η μάνα, περισσότερο ρεαλίστρια και λογική, είναι η μόνη που παλεύει να εξασφαλίσει κάποια αξιοπρεπή διαβίωση στην οικογένεια, δουλεύοντας κοπιαστικά στις λαϊκές αγορές και τα πανηγύρια και αποφασίζοντας να θυσιάσει την δεκατετράχρονη κόρη της, σε έναν αταίριαστο γάμο συμφέροντος, προκειμένου να της προσφέρει την πολυπόθητη άνεση που εκείνη στερήθηκε.

Κυρίαρχο στοιχείο του έργου είναι τα δίπολα επαρχεία-πόλη, φτώχεια-πλούτος και οι ήρωές του, παγιδευμένοι στο μεταβατικό στάδιο της ελληνικής μεταπολεμικής κοινωνίας, επιθυμούν την κατάκτηση του μεγάλου ονείρου, το κυνήγι του χρήματος , την φυγή προς τις «ονειρικές» μεγαλουπόλεις. Πρόκειται για μία εποχή που προμηνύει την επερχόμενη αστυφιλία και την εκμηδένιση των αξιών. Τα δύο παιδιά της οικογένειας θα οδηγηθούν στην απομάκρυνση τόσο από την επαρχεία, όσο και από τον αγροτικό, παραδοσιακό τρόπο ζωής. Δεν είναι τυχαίο ότι και ο Τριαντάφυλλος θα αποχωρίσει από τον θεσσαλικό κάμπο και τις χειρωνακτικές εργασίες, προκειμένου να γίνει φωτογράφος στο Άργος. Πρόκειται για πρόσωπα τραγικά που όλα ανεξαιρέτως θα βιώσουν την απώλεια και τον αποχωρισμό.

Οι ηθοποιοί με ρεαλισμό και απόλυτη τραγικότητα απέδωσαν το δύσκολο έργο τους. Κυρίως ο Κώστας Τριανταφυλλόπουλος, στο ρόλο του παπλωματά, κατόρθωσε να αντικατοπτρίσει όλο τον πόνο του ανθρώπου, ο οποίος δέσμιος του παρελθόντος, απαρνείται τον αγώνα του παρόντος και παραμένει στάσιμος, οδηγούμενος στην απόλυτη μοναξιά. Το Χνούδι, το οποίο ενσάρκωσε η Αναστασία-Ραφαέλα Κονίδη, αντιπροσωπεύει το πιο αγνό και ανθρώπινο πρόσωπο του έργου, αντανακλώντας την χαμένη από καιρό αθωότητα ενός λαού, δοσμένου το κυνήγι του κέρδους.

Η σκηνοθεσία και η σκηνογραφία, μέσα στο μοναδικό δωμάτιο της οικογένειας, πνιγμένο στα παπλώματα και στα στρώματα, καλυμμένο από διάφανη, πλαστική κουρτίνα, ζωντάνεψαν την αποπνικτική ατμόσφαιρα της γεωργικής επαρχίας, την απόλυτη μιζέρια και το αδιέξοδο των ανθρώπινων ψυχών.

Το «πανηγύρι», ειρωνικά τοποθετημένο στον τίτλο του έργου, ηχεί σαν προανάκρουσμα του θανάτου της επαρχίας και των ανθρώπων της. Μοναδική παράσταση, με μοναδικά νοήματα! Την συστήνουμε ανεπιφύλακτα!