Η συμφωνία της Γενεύης και η θετική πλευρά του Ομπάμα

Από Παναγιώτης Τσέλλος 1 Δεκεμβρίου 2013

Obama-Iran-550x275

Αν και θαρρώ πως στα άρθρα μου προσπαθώ να είμαι όσο πιο αυτοπροστατευτικός μου επιτρέπει η αυθόρμητή μου φύση να γίνομαι, χρησιμοποιώντας αρκετά αντεπιχειρήματα ως αντίβαρα της θέσης που υποστηρίζω, έτσι ώστε και σφαιρικός να είμαι αλλά και να μην εκτίθεμαι ανεπανόρθωτα στο αναγνωστικό μου κοινό, οφείλω σήμερα να σας εκμυστηρευθώ κάτι. Όταν, πριν από ακριβώς ένα χρόνο, αποφάσισα –τελευταία κυριολεκτικά στιγμή- να γράψω εκείνο το υποστηρικτικό για τον Ομπάμα άρθρο , δεν σας κρύβω πως γνώριζα πως θα μπορούσα και να διαψευστώ. «Πώς μπορείς να δείχνεις τόση εμπιστοσύνη σ’ έναν πρόεδρο των ΗΠΑ», σκεπτόμουν. Είχα φυσικά και τότε φροντίσει να αναφέρω τα όποια αρνητικά της πρώτης θητείας του Ομπάμα, αλλά η αλήθεια είναι πως όταν εκλέγεται κάποιος για δεύτερη συνεχή –και άρα τελευταία- φορά πλανητάρχης, λίγα πράγματα δύνανται να τον δεσμεύσουν ως προς την υλοποίηση των πραγματικών του βουλήσεων που συνήθως φροντίζουν να αποσιωπώνται στους προεκλογικούς λόγους ως μη ενδεδειγμένες, προς άγραν των αναγκαίων ψήφων.

Αφορμή για την συγγραφή του παρόντος άρθρου στάθηκε, όπως πιθανώς ορισμένοι από εσάς έχετε ήδη καταλάβει, η πρόσφατη –έστω και προσωρινή- συμφωνία της Γενεύης, που υπεγράφη μεταξύ των έξι ισχυρών του κόσμου (ΗΠΑ, Κίνα, Ρωσία, Γαλλία, Αγγλία και Γερμανία) και του Ιράν, έτσι ώστε να μπει φρένο στα –πιθανά- σχέδια της Ισλαμικής Δημοκρατίας να αποκτήσει ένα απειλητικό για την ανθρωπότητα πυρηνικό υπερόπλο (απ’ αυτά που έχουν και αρνούνται να καταστρέψουν οι ΗΠΑ, αλλά τέλος πάντων…). Η παραπάνω αμφοτεροβαρής συμφωνία δεν ήταν καθόλου εύκολη. Οι διαπραγματεύσεις διαρκούσαν πολύ, ενώ όσο αυτές κυλούσαν ατελέσφορα, ο λευκός καπνός που όλοι περιμέναμε να δούμε να βγαίνει από τα γραφεία του ΟΗΕ, γινόταν όλο και πιο αβέβαιος. Πολλοί άλλωστε ήταν αυτοί που προσπάθησαν να τορπιλίσουν αυτές τις διαπραγματεύσεις, όπως το Ισραήλ, που πρότεινε ανεύθυνα και καταστροφικά ανάληψη στρατιωτικής δράσης εναντίον πυρηνικών βάσεων του Ιράν. Η Γαλλία επίσης, έκρινε στιγμιαία πως μια απλή συμφωνία περιορισμού του εμπλουτισμού ουρανίου στο 5%, δεν ήταν αρκετή για να εξασφαλίσει στην ανθρωπότητα την ειρήνη (;!), προτείνοντας ενίσχυση των κυρώσεων σε βάρος του Ιράν. Ανάλογη στάση κρατούν στις ΗΠΑ οι Ρεπουμπλικάνοι αλλά και αρκετοί βουλευτές και γερουσιαστές που πρόσκεινται στο κόμμα των Δημοκρατικών.

Όμως, μια πιθανή ενίσχυση των κυρώσεων στο ήδη οικονομικά στραγγαλισμένο Ιράν που εδώ και αρκετό καιρό δεν εξάγει πετρέλαιο σε χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης λόγω του εμπάργκο που της έχει επιβληθεί εν είδει αντιποίνων για την άρνηση του ακραίου Αχμαντινετζάντ να συμμορφωθεί με τους διεθνείς κανόνες για την πυρηνική ενέργεια, μπορεί κάλλιστα να φέρει τα ακριβώς αντίθετα αποτελέσματα. Κι αυτό το γνωρίζουν καλά στις ΗΠΑ, γιατί πολύ απλά έχουν βιώσει αρκούντως τα επώδυνα αποτελέσματα του αντιαμερικανισμού των τελευταίων δεκαετιών. Με λίγα λόγια, όλοι στις τάξεις της ηγεσίας των ΗΠΑ συμφωνούσαν πως οι κυρώσεις δεν είχαν κανέναν λόγο να συνεχίζονται απέναντι σ’ ένα Ιράν που, δείχνοντας καλή θέληση υπό την ηγεσία του κατά πολύ μετριοπαθέστερου Ροχανί, προτίθεται να προβεί σε σημαντικές υποχωρήσεις για την επίλυση ενός πολύ σοβαρού θέματος, όπως αυτό των πυρηνικών. Όπως επίσης, αντελήφθησαν πως κανείς δεν έχει δικαίωμα να εμποδίζει μια χώρα να χρησιμοποιεί την πυρηνική ενέργεια για ειρηνικούς σκοπούς. Άλλωστε το φιάσκο της επέμβασης στο Ιράκ (που μαζί με αυτήν του Αφγανιστάν κόστισαν κάτι τρισεκατομμύρια δολάρια στους αμερικανούς φορολογούμενους), του οποίου ο «κακός» δικτάτορας Σαντάμ κατείχε , σύμφωνα με τον George Bush Junior, στην διάθεσή του πυρηνικά, δεν είναι μακριά… Το win- win (ή kazan – kazan…) λοιπόν, δείχνει –και αποτελεί πράγματι- την καλύτερη λύση.

Τι συμβολίζει όμως αυτή η κεφαλαιώδους σημασίας ειρηνική συμφωνία της Γενεύης; Άποψή μου είναι πως αυτό που αποδεικνύεται από την ευτυχή κατάληξη των διαπραγματεύσεων είναι πως τελικά ο τρόπος επίλυσης των περισσοτέρων προβλημάτων αποτελεί εξ’ ολοκλήρου θέμα πολιτικής βούλησης. Αν επιχειρούσαμε να πειραματιστούμε ανακατεύοντας την τράπουλα, και άρα αλλάζοντας τα πρόσωπα των συμμετεχόντων στις διαπραγματεύσεις, είναι πολύ πιθανό αυτές να κατέληγαν σε αδιέξοδο. Φανταστείτε, επί παραδείγματι, πόσο δύσκολη θα ήταν η κατάληξη σε συμφωνία, αν αντί του Ομπάμα Πρόεδρος των ΗΠΑ ήταν ο Ρόμνεϋ ή αν αντί του Ροχανί βρισκόταν ο Αχμαντινετζάν στο τιμόνι της ιρανικής εξουσίας. Φανταστείτε αντίστοιχα πόσο πιο εύκολη θα ήταν η συνεννόηση αν αντί του συνεργαζόμενου με τον ακροδεξιό Λίμπερμαν πολεμοχαρούς Νετανιάχου, πρωθυπουργός του Ισραήλ ήταν η πιο μετριοπαθής Τζίπι Λίβνι. Η ουσία λοιπόν είναι πως στην παρούσα φάση η ανθρωπότητα ευτύχησε ώστε να δει ηγέτες που θέλουν να δώσουν ευκαιρία στην ειρήνη και τον πολιτισμένο διάλογο.

Όμως νομίζω πως το ρήμα «ευτύχησε» είναι κάπως μοιρολατρικό και άδικο για τις περιστάσεις και τα εκλογικά σώματα που αποφασίζουν. Εξηγούμαι: Αν δίπλα στην συμφωνία της Γενεύης τοποθετήσουμε την –δικαιολογημένα αμφιλεγόμενη- απόφαση για μη ανάληψη στρατιωτικής δράσης εναντίον του αιμοσταγούς καθεστώτος της Συριάς των 100.000 νεκρών, μπορούμε να παρατηρήσουμε πως κάτι αρχίζει αργά αλλά σταθερά να αλλάζει ως προς τις αντιλήψεις των λαών που ψηφίζουν και κατ’ επέκταση των πολιτικών ηγεσιών που εκλέγονται στον δυτικό κόσμο. Αρκεί να υπενθυμίσω πως την επέμβαση στην Συρία μπλόκαρε, όχι μόνο ο Πρόεδρος Ομπάμα και –πολύ περισσότερο- οι βουλευτές και οι γερουσιαστές των ΗΠΑ, αλλά και τα κοινοβούλια της Γαλλίας, της Αγγλίας, της Γερμανίας, της Ιταλίας που υπό το βάρος της κοινής γνώμης αναγκάστηκαν να καταψηφίσουν τις εισηγήσεις προέδρων και πρωθυπουργών… Αιτία αυτής της αντιπολεμικής αντίδρασης που επέβαλε στους ηγέτες να προτιμήσουν τον διάλογο και την διπλωματία από τους Τόμαχοκ και τους Κρουζ, είναι το αδιέξοδο της επιθετικής και ιμπεριαλιστικής πολιτικής που ακολούθησε συστηματικά ο δυτικός ανεπτυγμένος κόσμος. Η αποτυχία των πολέμων σε Ιράκ και Αφγανιστάν, το διαστροφικό τους κόστος σε ανθρώπινες ζωές και χρήματα, η ματαιότητά τους και η λογική αδυναμία των κυβερνώντων να τους δικαιολογήσουν αρκούντως στις εκλογικές τους βάσεις, είναι ακριβώς οι παράγοντες που έφεραν τον Ομπάμα στην εξουσία. Όπως επίσης συνέβη και με τα αδιέξοδά της αρτηριοσκληρωτικής και ακραία συντηρητικής διακυβέρνησης Αχμαντινετζάντ, στοιχεία που ναι μεν τόνωσαν την εθνική και θρησκευτική υπερηφάνεια των Ιρανών, επέφεραν όμως την διεθνή απομόνωση της Τεχεράνης, κάτι που είχε άμεσο αντίκτυπο στην τσέπη του ιρανικού πληθυσμού που αντελήφθη γρήγορα πως η μετριοπαθέστερη οδός είναι και η καταλληλότερη για την επίλυση των καθημερινών τους προβλημάτων.

Σ’ αυτόν λοιπόν τον ένα χρόνο που κύλησε από τότε που ο Ομπάμα ανέλαβε για δεύτερη διαδοχική τετραετία τα ηνία των ΗΠΑ φαίνεται πως ο αμερικανός πρόεδρος εξακολουθεί να με δικαιώνει. Θα μου πείτε: «Δεν αισθάνεσαι περίεργα κάθε φορά που διαβάζεις για τα drones (τηλεκατευθυνόμενα μη επανδρωμένα αεροπλάνα) που βομβαρδίζουν αμάχους στο Αφγανιστάν, για το Guantanamo που δεν λέει να κλείσει, για το Ινστιτούτο για την συνεργασία σε Θέματα Ασφαλείας στο Δυτικό Ημισφαίριο (WHINSEC) που συνεχίζει να δίνει μαθήματα βασανιστηρίων»; Θα σας απαντήσω πως αισθάνομαι αμήχανα, μα και πως συγχρόνως είμαι αισιόδοξος για το ότι τα πράγματα θα πάνε πολύ καλύτερα στην συνέχεια. Γιατί πιστεύω βαθύτατα πως ο Ομπάμα σήμερα είναι η καλύτερη δυνατή λύση, αλλά και γιατί συγχρόνως παρατηρώ πως ο κόσμος αρχίζει να αφυπνίζεται, να αντιδρά και να «μαυρίζει» στις κάλπες. Υπό αυτή τη συλλογιστική ευελπιστώ πως ο Ομπάμα είναι η ιδανική αρχή μιας πορείας προς τα εμπρός, μιας δημοκρατικής «επανάστασης» συνειδήσεων, ευαισθησίας και προτεραιοτήτων. Θα μου πείτε πάλι: «Κι αν δεν υπήρχε οικονομική κρίση; Κι αν ο Ομπάμα δεν τσιγκουνευόταν τις στρατιωτικές επιχειρήσεις; Θα ήταν τόσο διαλλακτικός όσο σήμερα;». Θα σας απαντήσω ευθέως πως δεν γνωρίζω, αν και νομίζω πως ως έναν σημαντικό βαθμό ο Πρόεδρος πιστεύει αυτά που κάνει και που λέει. Η ουσία όμως είναι πως οι συνθήκες είναι επιτέλους ευνοϊκές για να σκεφτούμε θετικά και να προβούμε αρχικά σε αυτοκριτική και εν συνεχεία σε αλλαγές. Ναι, είναι η οικονομική κρίση που μας έδωσε την ευκαιρία να το κάνουμε, όπως επίσης και τα λάθη του παρελθόντος. Ας εκμεταλλευτούμε τις συγκυρίες για κάτι καλύτερο… Ας κάνουμε την κρίση ευκαιρία – με την καλή έννοια βεβαίως…

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΣΧΕΤΙΚΑ