Απόψεις | Βιώματα και εμπειρίες από την πρακτική ενός ψυχολόγου!

Από Παναγιώτης Τσέλλος 27 Ιουνίου 2011

Η αλήθεια είναι πως αν πριν από 2 μήνες μου ‘λεγε κάποιος ότι θα κάνω την πρακτική μου σε Γενικό Νοσοκομείο και μάλιστα Στρατιωτικό, θα αντιμετώπιζα το όλο θέμα με δισταγμό και επιφυλάξεις. Η σειρά επιλογής φορέα κατά την αίτηση για Πρακτική Άσκηση την οποία υπέβαλα στην γραμματεία του Παντείου είχε ως εξής: 1) Φυλακές, 2) Αμιγώς ψυχιατρικά νοσοκομεία (Δαφνί, Δρομοκαΐτειο, Αιγινήτειο), 3) Σχολεία. Συνεπώς το πώς βρέθηκα στο 251 Γενικό Νοσοκομείο Αεροπορίας παραμένει ακόμα ένα ανεξήγητο μυστήριο για τον τρόπο με τον οποίο γίνεται η κατανομή των φορέων στους επί πτυχίω φοιτητές.

Δεν είναι μόνο το απείθαρχο του χαρακτήρα μου που καθιστούσε αντιφατική και περίεργη την καθημερινή μου παρουσία σ’ έναν χώρο εργασίας με ένστολους. Είναι και η γενικότερη ευαισθησία, η υπερβολική ταύτιση, η ψυχική δυσανεξία που επιδεικνύω στις επαφές μου με ανθρώπους που πάσχουν από σοβαρές και θανατηφόρες ασθένειες. Σύμφωνα με το περίεργο humour των φίλων μου, η ήδη έντονη υποχονδρίασή μου θα επιδεινωνόταν και θα με οδηγούσε στην αυτοκτονία(!).

Κι όμως αυτό που στο τέλος επιβεβαιώθηκε είναι το στερεότυπο πως «τα πάντα είναι μια συνήθεια». Δεν λέω πως δεν παραξενεύθηκα από την παροιμιώδη υποτακτικότητα όλου του επιτελείου της κλινικής στο πρόσωπο του Διευθυντή ή πως δεν ενοχλήθηκα από την παντελή απουσία κριτικής σκέψης των ενστόλων της στρατιωτικής ψυχολογίας για όλα όσα άνωθεν επιβάλλονταν. Ακολουθεί παράδειγμα τεκμηρίωσης των παραπάνω γεγραμμένων μου:

Την πρώτη μέρα στην κλινική θα αντιληφθώ γρήγορα πως οι θέσεις στους καναπέδες του γραφείου των ιατρών , αν και φαινομενικά όμοιες μεταξύ τους, συμβολίζουν καθεμιά τους έναν βαθμό, ένα επάγγελμα, ένα αξίωμα. Και φυσικά η μια θέση σε σχέση με μια άλλη υπέκρυπταν την ανταγωνιστικότητα, την σύγκριση, την υποτέλεια, μια δίχως ουσία και νόημα ιεραρχία ανάμεσα σε επιστήμονες, σε γιατρούς και ψυχολόγους. Μη μπορώντας λοιπόν να φανταστώ όλα τα σουρεαλιστικά προαναφερθέντα, θα κάτσω να πιω τον καφέ μου στην θέση του Διευθυντή χωρίς φυσικά να το γνωρίζω. Να τονίσω ότι η αίθουσα είναι παντελώς άδεια. Με το που με βλέπει ένας ανθυποσμηναγός θα μου επισημάνει ευγενικά ότι αφενός δεν πρέπει να καθόμαστε στην θέση του Διευθυντή και αφετέρου πως η συγκεκριμένη θέση διέπεται από ένα τρομακτικό μειονέκτημα: όποιος κάθεται εκεί έχει απευθείας οπτική επαφή με όποιον μπαίνει στην αίθουσα των γιατρών. Όταν αντιτείνω πως στο γραφείο δεν υπάρχει ο Διευθυντής για να διεκδικήσει το κάθισμά του αλλά και πως δεν έχω κανένα πρόβλημα- και ίσα ίσα μου αρέσει κι όλας-να έχω άμεση βλεμματική επαφή με τον οποιονδήποτε εισέρχεται στο γραφείο, ο συμπαθής ανθυποσμηναγός σκαλώνει. «Δεν ξέρω. Από την πρώτη μέρα που ήρθα εδώ, έτσι μας λένε», θα παραδεχθεί για να επιβεβαιώσει ακόμη ένα καθόλου τυχαίο στερεότυπο για όσους έχουν πολλές επαφές με τον στρατό.

Κατά τα άλλα οι περισσότεροι είναι ευγενείς, ζεστοί και πρόθυμοι να σε βοηθήσουν. Περισσότερο απ’ όλους θαυμάζω τους ειδικευόμενους ψυχιάτρους. Είναι οι μόνοι που εργάζονται πραγματικά και με ζήλο. Οι μόνιμοι ψυχίατροι περιορίζονται στην υπόδειξη μιας κατευθυντήριας γραμμής που θα ακολουθήσουν οι ειδικευόμενοι κατά τις καθημερινές τους συνεντεύξεις με τους νοσηλευόμενους και δέχονται κάποια rendez-vous εντός του νοσοκομείου από εξωτερικούς ασθενείς. Οι ψυχολόγοι περιορίζονται στην διενέργεια ψυχομετρικών τεστ στους ασθενείς της κλινικής, ενώ ορισμένοι έχουν αρκετοί δουλειά στην διασυνδετική πτέρυγα όπου έχουν να συναναστραφούν ως επί το πλείστον ασθενείς με σοβαρές παθήσεις. Όμως η κόπωση του προσώπου ενός ξενυχτισμένου ειδικευόμενου καθώς και οι ιστορίες που συχνά αφηγούνται στην πρωινή επίσκεψη για μεταμεσονύκτιες εισαγωγές στα επείγοντα ή για κρίσεις πανικού ασθενών που πρέπει να αντιμετωπίσεις στις 4 το πρωί είναι απ’ τα πρώτα πράγματα που θα θυμάμαι απ’ την εμπειρία που απεκόμισα.

Η επίσκεψη στην διασυνδετική, που στο 90% των περιπτώσεων αφορά την ογκολογική κλινική, ήταν κάτι επιπλέον που έπρεπε να υπερβώ, όπως ήδη σας είπα. «Απλά σφίγγεις τα δόντια και πείθεις τον εαυτό σου πως πρέπει να βοηθήσεις, ακόμα κι όταν το περιστατικό είναι με μαθηματική ακρίβεια χαμένο», μού ‘χε πει κάποτε κάποιος συνάδελφος. Η ατμόσφαιρα στις πτέρυγες με τις χρόνιες παθήσεις είναι βαριά, νοσηρή και σου προκαλεί απελπισία. Οι κατάκοιτοι ασθενείς των οποίων το fuel τελειώνει βασανιστικά, οι οροί που στάζουν σιγά-σιγά παρατείνοντας το δράμα, οι τόσο θεληματικοί μα και τόσο ανήμποροι να βοηθήσουν συγγενείς, η ελπίδα που όλο φεύγει κι όλο έρχεται για να χαθεί στο τέλος ολοκληρωτικά.. Στον ένα μήνα καθημερινής περίπου παρακολούθησης των ίδιων περιστατικών στην ογκολογική, μπόρεσα να παρατηρήσω την επιδείνωση, τις δυνάμεις των ασθενών που τους εγκατέλειπαν κι ένα μικρό ποσοστό ανθρώπων που είτε γύρισαν σπίτι είτε πήραν τον δρόμο για κάποιο χειρουργείο, προσδοκώντας πάντα κάτι καλύτερο από την επιστήμη ή την ζεστασιά της οικογενειακής εστίας. Είναι χαρακτηριστικό πως απ’ όλες τις πτέρυγες στις οποίες επισκέφθηκα νοσηλευόμενους με σοβαρές ασθένειες, η μόνη στην οποία συναντάς ανθρώπους που επιθυμούν να μείνουν στο νοσοκομείο παρά τις γνωματεύσεις των ιατρών που ήδη έχουν υπογράψει τα εξιτήριά τους, είναι η ψυχιατρική(!).Θέλω να πω δηλαδή πως για να επιθυμεί κάποιος να ζει εντός νοσοκομείου πρέπει να είναι ψυχικά άρρωστος. Το κλίμα είναι τόσο νοσηρό, σε καταρρακώνει τόσο πολύ ψυχολογικά, ώστε αν και γνωρίζεις πως το νοσοκομείο αποτελεί το πιο ασφαλές πλαίσιο για να μείνεις όντας άρρωστος , θες να ξεφύγεις αγνοώντας τις συνέπειες, ξεπερνώντας τον φόβο του θανάτου κάνοντας έτσι -συνειδητά ή ασυνείδητα-ακόμα ένα βήμα προς το μέρος του.

Το περίφημο ψυχολογικό τείχος που οικοδομούν γιατροί όλων των ειδικοτήτων απέναντι σ’ όλα όσα βλέπουν και βιώνουν καθημερινά είναι κάτι αναμφισβήτητο, απαραίτητο και αναγκαίο, αν και δεν σας κρύβω πως στις αρχές – πριν αντιληφθώ τη σημασία του- με ενοχλούσε. Μ’ ενοχλούσε που τη στιγμή που σε απόσταση λίγων μέτρων κάποιος έδινε μάχη για να κρατηθεί στη ζωή ή κάποιος άλλος έπασχε από σοβαρή ψύχωση, εμείς, οι ψυχικά και σωματικά υγιείς-πανάθεμά μας- έχοντας χωρική και ηχομονωτική προστασία μιας άλλης ξεχωριστής αίθουσας, μιας γυάλας από την οποία βγαίναμε όταν και όποτε θέλαμε- γιατί ήμασταν υποχρεωμένοι να συναναστραφούμε και να βοηθήσουμε κάποιους πιο αδύναμους- λέγαμε ανέκδοτα, σχολιάζαμε, γελούσαμε και διασκεδάζαμε αφηγούμενοι παράξενες ιστορίες ασθενών. Κι όμως, καθώς περνούσαν οι μέρες, καταλάβαινα πως αυτές οι ασχολίες, αυτή η χαζοχαρούμενη επικοινωνία που αναπτυσσόταν μεταξύ μας σε κάποια κενά, κάπου μεταξύ διασυνδετικής και επειγόντων, ήταν αυτά που μας κρατούσαν ενεργούς στη δουλειά, συγκεντρωμένους στο στόχο, πιστούς στο καθήκον. Δεν ισχυρίζομαι πως συχνά δεν υπήρχε ευθυνοφοβία, ωχαδερφισμός, αδιαφορία για μερίδα των ασθενών, οι οποίοι κατά τη γνώμη μου έπρεπε να κρατηθούν και να δουλευθούν ψυχοθεραπευτικά περισσότερο, αντί να πάρουν εξιτήριο μετά από μια σύντομη χορήγηση κατασταλτικής φαρμακευτικής αγωγής. Δεν ισχυρίζομαι πως πολλές φορές ήθελα να μιλήσω σε ασθενείς με τους οποίους συνυπήρχα 7 ώρες κάθε μέρα και δίσταζα φοβούμενος τις επικρίσεις των πιο παλιών και έμπειρων που τηρούσαν ευλαβικά ένα πλαίσιο απάνθρωπα απόμακρο και αποστασιοποιημένο . Ναι, το τείχος χτιζόταν πολλές φορές πιο ψηλό απ’ όσο έπρεπε, όμως ένα μήνα μετά δεν θα μπορούσα να φανταστώ κανέναν από εμάς καλά στην ψυχική του υγεία αν ταυτιζόμασταν με τα περιστατικά και αφηνόμασταν να μας παρασύρει η ευαισθησία για τα όσα άδικα διαδραματίζονται στο Νοσοκομείο. Η διαφοροποίηση και η αποστασιοποίησή μας είναι αναγκαία, χρειάζεται να λαμβάνει χώρα, όμως με τακτ, με ευγένεια και μέτρο..

Όπως και να ‘χει, κι επειδή θα μπορούσαμε να σχολιάζουμε ακατάπαυστα τα τρωτά σημεία αυτού του πολυσυζητημένου συστήματος Υγείας, η ουσία είναι πως η προπτυχιακή Πρακτική Άσκηση-έστω αυτή των 150 ωρών- μόνο ως θετική εμπειρία δύναται να χαρακτηριστεί. Δεν είναι μόνο αυτή η περίφημη διασταύρωση θεωρίας και πράξης που επιτυγχάνεται, δεν είναι μόνο το γεγονός πως παίρνεις αυτή την περίφημη γεύση της πρακτικής εφαρμογής του αυριανού σου επαγγέλματος, δεν είναι μόνο πως σου δίνεται η ευκαιρία να σταθμίσεις τα θετικά και τα αρνητικά , να αναστοχαστείς και να αλλάξεις κλάδο ή δουλειά πριν να ‘ναι πολύ αργά.

Το πιο ουσιώδες που αποκομίζεις όντας εργαζόμενος σ’ ένα νοσοκομείο είναι πως μαθαίνεις να βοηθάς και να εκτιμάς αυτά τα λίγα που έχεις. Η δουλειά στον κλάδο υγείας είναι ένας συνεχής παραμερισμός του ΕΓΩ προς χάριν του αλτρουισμού και της ανιδιοτέλειας. Είναι μια συνεχής συνειδητοποίηση πως η δυνατότητα να κινηθούμε, να κοιμηθούμε, να φάμε, να ενεργηθούμε, να αυτοεξυπηρετηθούμε είναι ένα δώρο που δεν είναι δεδομένο και δεν πρέπει να το υποτιμούμε ούτε να το λησμονούμε. Κι αν τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι για όλους σας διαβεβαιώνω πως υπάρχουν ακόμα αρκετοί ευσυνείδητοι επαγγελματίες στον χώρο, και της ιατρικής και της ψυχολογίας, που προσφέρουν ακατάπαυστα έργο χωρίς να περιμένουν και πολλά . Ήταν πολλές οι φορές που στο νοσοκομείο χρειάστηκε να κάνω μικρές υπερβάσεις του εαυτού μου και των καθηκόντων μου. Όμως είμαι πλέον πεπεισμένος πως μόνο έτσι μπορεί τελικά να επιτευχθεί κάτι καλύτερο σε κοινωνικό και ατομικό επίπεδο.

Κι όταν τελείωνα την εργασία κι έβγαινα στον έξω κόσμο και απορούσα με το πώς οι άνθρωποι μπορεί να είναι τόσο χαρούμενοι και θύμωνα με την προκλητική τους άγνοια κι αδιαφορία , συνειδητοποιούσα ξαφνικά πως έπρεπε κι εγώ να αμυνθώ, να ξεχάσω και να απωθήσω όλα τα δυσάρεστα και τα δυσβάσταχτα που θα ‘ρθουν και να βιώσω την αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι απαλλαγμένος από κάθε τι που θα με γύριζε νοητά στα δωμάτια της ογκολογικής και άρα στα αναπάντητα υπαρξιακά ερωτήματα που συχνά με βασανίζουν. Μέχρι να φτάσω σπίτι μου είχα χτίσει κι εγώ το τείχος μου. Είχα πάντοτε βρει μια σκέψη- αφορμή για να χαμογελάσω.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΣΧΕΤΙΚΑ