Καθηγητές ΑΕΙ-ΤΕΙ | Προσφυγή στα δικαστήρια για τα Κολέγια

Από Γ. Τσαλίκης 29 Ιουλίου 2010

Κοινή Απόφαση της ΠΟΣΔΕΠ και της ΟΣΕΠ-ΤΕΙ για το θέμα της αδειοδότησης των «κολεγίων».

Με αμείωτο ενδιαφέρον δύο Ομοσπονδίες της Ανώτατης Εκπαίδευσης παρακολουθούν όλο το προηγούμενο χρονικό διάστημα το πολύ σοβαρό θέμα των κολεγίων ή όποια άλλη μετονομασία τους έχει δοθεί πρόσφατα από το Υπουργείο Παιδείας. Μετά από πολύ περίσκεψη έχουμε καταλήξει στις ακόλουθες διαπιστώσεις:

1) Συνεχίζει να καλλιεργείται σκόπιμα, από τους κάθε λογής ενδιαφερομένους, η σύγχυση σχετικά με τις υποχρεώσεις της χώρας στο θέμα αυτό, που απορρέουν από την ευρωπαϊκή οδηγία και τις αποφάσεις του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ). Γι’ αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό να αποσαφηνιστεί ότι: Τόσο η ευρωπαϊκή οδηγία, όσο και το Δικαστήριο Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ), επιβάλλουν την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων όσων κατέχουν Πανεπιστημιακούς τίτλους, ακόμη και αν τμήμα των σπουδών τους έχει πραγματοποιηθεί σε μη πανεπιστημιακούς φορείς. Όμως, ούτε το ευρωπαϊκό δίκαιο ούτε το ΔΕΚ επιβάλλουν – ούτε θα μπορούσαν να επιβάλουν- στα κράτη-μέλη τον τρόπο οργάνωσης της Ανώτατης Εκπαίδευσης. Συνεπώς, η Ελλάδα δεν υποχρεούται να ανέχεται τη λειτουργία ούτε, πολύ περισσότερο, να αναγνωρίζει φορείς παροχής Ανώτατης παιδείας άλλους απ’ αυτούς που προσδιορίζονται από το Σύνταγμα και την εθνική νομοθεσία. Υπογραμμίζουμε ότι οι περίφημες συμβάσεις δικαιόχρησης (franchising) ιδιωτών με πανεπιστήμια του εξωτερικού δεν ρυθμίζονται ούτε από το ευρωπαϊκό ούτε από το ελληνικό δίκαιο. Επομένως, η ίδρυση και λειτουργία τέτοιων μορφωμάτων μπορεί να απαγορευθεί χωρίς η χώρα να αντιμετωπίζει πρόβλημα συμμόρφωσης προς τις ευρωπαϊκές της υποχρεώσεις.

2) Το Υπουργείο Παιδείας -παρά τις αρχικές διαβεβαιώσεις- εξακολουθεί να έχει σε ισχύ το Νόμο 3696/2008 για τα Κολέγια. Κεντρικό σημείο του Νόμου αποτελεί το Άρθρο 10, το οποίο ουσιαστικά ιδρύει (καθαρώς κερδοσκοπικά) ιδιωτικά Πανεπιστήμια στην Ελλάδα, δημιουργώντας έτσι ένα σοβαρό συνταγματικό πρόβλημα και αναπτύσσοντας παράλληλα έναν αποικιακού χαρακτήρα «εκπαιδευτικό πολιτισμό». Το άρθρο 10 στην πράξη επιφέρει ουσιαστική ανατροπή στη δομή της Ανώτατης Εκπαίδευσης. Όλα αυτά βέβαια συμβαίνουν τη στιγμή που στην υπόλοιπη Ευρώπη διεξάγεται ένας ευρύτατος και εντονότατος διάλογος, σε όλα τα επίπεδα, για το μέλλον της Δημόσιας Ανώτατης Εκπαίδευσης και Έρευνας.

3) Είναι προφανές ότι στην εποχή της κοινωνίας και της οικονομίας της γνώσης είναι απαραίτητη η ύπαρξη ενός καλά οργανωμένου, αποτελεσματικού, ευέλικτου και πολυ-επίπεδου συστήματος εκπαίδευσης και κατάρτισης. Στο πλαίσιο αυτό, θεωρούμε ότι ο Νόμος 3696/2008 για τα Κολέγια δεν καλύπτει το ουσιαστικό θεσμικό κενό, που για πολλές δεκαετίες υπάρχει στη μεταλυκειακή εκπαίδευση και κατάρτιση. Ο νόμος αυτός, που απλά υπάγει καταρχήν τα Εργαστήρια Ελευθέρων Σπουδών στον έλεγχο του Υπουργείου Παιδείας, στην ουσία ρυθμίζει κάποια θέματα, που αφορούν κυρίως 40-50 «Κολέγια», ενώ ελάχιστα αναφέρεται στα υπόλοιπα δυόμισι χιλιάδες περίπου Κέντρα Ελευθέρων Σπουδών, συντηρώντας έτσι τη γενική αταξία στο μεταλυκειακό επίπεδο. Επομένως, θεωρούμε ότι το Υπουργείο Παιδείας θα πρέπει, με αποφασιστικότητα και αποτελεσματικότητα, να παρέμβει θεσμικά στο πλαίσιο της τελευταίας Οδηγίας 2005/36/ΕΚ στο χώρο της Μεταλυκειακής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης –αναθεωρώντας τον Νόμο 3696/2008- για να εκλείψουν τα ποικίλα αρνητικά φαινόμενα και να μη φτάσουμε στο σημείο της αναγνώρισης των πάντων χωρίς κανόνες και όρια.

4) Πρόσφατα εντοπίσαμε ένα μικρό αριθμό ιδιωτικών επιχειρήσεων, οι οποίες προβάλλονται με απύθμενη θρασύτητα -μέσα μάλιστα και από τα πιο έγκυρα ΜΜΕ έντυπα και ηλεκτρονικά- με τον τίτλο Πανεπιστήμιο (University). Οι επιχειρήσεις αυτές -εκμεταλλευόμενες τον τίτλο τους- δεν πληρώνουν φόρους, αγνοούν επιδεικτικά τις αποφάσεις του Υπουργείου Παιδείας, δεν υφίστανται τις συνέπειες των αποφάσεων των αρμοδίων οργάνων Προστασίας του Καταναλωτή, δεν εφαρμόζουν αποφάσεις του Ελληνικού Κοινοβουλίου, δρώντας σαν να βρίσκονται σε μια άλλη χώρα. Όλα αυτά φαίνονται να συγκροτούν ένα πολιτικό-οικονομικό σκάνδαλο πρώτου μεγέθους. Καλούμε τους Υπουργούς Παιδείας, Οικονομικών και Προστασίας του Πολίτη, να παρέμβουν. Γνωρίζουμε ότι έχουν στην διάθεσή τους όλα τα απαιτούμενα στοιχεία. Δεν είναι δυνατόν, την εποχή που όλοι μας καλούμαστε να κάνουμε τεράστιες θυσίες, κάποιοι να κερδίζουν εκατομμύρια ευρώ εξαπατώντας τους νέους μας και τις οικογένειές τους.

5) Το μέλλον των παιδιών μας είναι μια πολύ σοβαρή υπόθεση και ο χρόνος τους -πέραν των όποιων δικών μας οικονομικών επιβαρύνσεων- αποτελεί μια σημαντική επένδυση, όχι μόνο γι’ αυτά, αλλά και για την κοινωνία μας γενικότερα. Ενημερώνουμε την ελληνική οικογένεια – ειδικά αυτή με μέσο και χαμηλό εισόδημα- που εξετάζει το ενδεχόμενο να αναθέσει τη μεταλυκειακή μόρφωση των παιδιών της σε επιχειρήσεις αυτής της μορφής να είναι ιδιαίτερα προσεκτική και να εξετάζει με περίσκεψη όσα υπόσχονται απλόχερα αυτές οι επιχειρήσεις. Οι επιχειρήσεις αυτές -σύμφωνα με πρόσφατη απόφαση του Υπουργείου Παιδείας- μπορούν να απασχολούν εκπαιδευτικό προσωπικό με απαράδεκτα μειωμένα προσόντα (δεν απαιτείται καν πτυχίο Ανώτατης Εκπαίδευσης!!!) και οι αξιολογήσεις ποιότητας που γίνονται από φορείς του εξωτερικού είναι επίσης υπό σοβαρή αμφισβήτηση.

6) Από όλα τα παραπάνω καθίσταται προφανές ότι η εφαρμογή μιας συνεκτικής, κοινωνικά δίκαιης, διορατικής, αναπτυξιακής και πάνω απ’ όλα αξιοπρεπούς Εθνικής Πολιτικής Παιδείας αποτελεί μια μεγάλη αναγκαιότητα αλλά και ένα επιτακτικό ζητούμενο, ειδικά στις δύσκολες μέρες που διέρχεται η χώρα,.

Γνωρίζουμε ότι ένα μέρος της ευθύνης για την έντονη ανάπτυξη του ιδιότυπου και εκφυλιστικού αυτού φαινομένου ανώτατης παρά-εκπαίδευσης στη χώρα μας ανήκει στη μέχρι σήμερα ποικιλόμορφη ηγεσία τόσο του πανεπιστημιακού όσο και του τεχνολογικού συστήματος σε όλα τα επίπεδα. Φαινόμενα -μερικές φορές έντονα- αναξιοκρατίας, αντί-ακαδημαϊκότητας, διαπλοκής, νεποτισμού, προχειρότητας, αυθαιρεσίας, που εμφανίστηκαν στο παρελθόν και δυστυχώς συνεχίζουν –κάποια απ’ αυτά- προκλητικά να επιβιώνουν και σήμερα, συγκροτούν μερικούς μόνο από τους λόγους που έχουν οδηγήσει το Πανεπιστημιακό μας σύστημα στη σημαντική απώλεια ζωτικού χώρου τόσο στο εσωτερικό, όσο και στο στρατηγικής σημασίας ευρύτερο γεωπολιτικό περιβάλλον της πατρίδας μας.

Για όλα τα παραπάνω, η ΠΟΣΔΕΠ και η ΟΣΕΠ-ΤΕΙ αφενός άμεσα θα ζητήσουν να λάβουν γνώση όλου του υλικού, που οδήγησε την Πολιτεία να δώσει τις 30 άδειες στις εν λόγω κερδοσκοπικές επιχειρήσεις και αφετέρου εξετάζουν:

Α) να προσφύγουν εναντίον των μητρικών Πανεπιστημίων των επιχειρήσεων που λειτουργούν με σχέση δικαιόχρησης (franchising) με ξένα Πανεπιστήμια, ενώπιον των αρμόδιων εποπτευόντων διοικητικών φορέων τους, καθώς και ενώπιον των δικαστηρίων των χωρών όπου αυτά εδρεύουν.

Β) τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε το Δικαστήριο Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων να επανεξετάσει το όλο ζήτημα, γνωρίζοντας ότι οι μέχρι σήμερα αποφάσεις του εκδόθηκαν με αποδεδειγμένα ελλιπέστατη νομική υπεράσπιση των συμφερόντων του Ελληνικού Δημοσίου και των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων.

Γ) τους τρόπους ενεργοποίησης των αιτήσεων ακύρωσης που έχουν ήδη κατατεθεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας, μαζί με άλλους φορείς των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, συμπεριλαμβανομένου και του ενδεχόμενου κατάθεσης αίτησης ασφαλιστικών μέτρων περί απαγόρευσης εγγραφών στα Κολέγια, ώστε να αποφευχθούν πιθανά τετελεσμένα.

Δ) την διοργάνωση Συνεδρίου το φθινόπωρο στην Αθήνα με θέμα «Τεχνική Επαγγελματική Εκπαίδευση – Μεταλυκειακή Εκπαίδευση και Κατάρτιση – Επαγγελματικά Δικαιώματα – Πιστοποίηση Προσόντων». Στο συνέδριο αυτό θα κληθούν να συμμετάσχουν ενεργά όλες οι Επαγγελματικές Ενώσεις, τα Επιμελητήρια, οι Επιστημονικές Ομοσπονδίες, η Πολιτεία με τους φορείς της και άλλοι εμπλεκόμενοι καθώς και συνάδελφοι από εξωτερικό με εγνωσμένη γνώση και εμπειρία στα θέματα αυτά.

Κύριος γνώμονας όλων των δράσεων και πρακτικών μας αποτελεί πάντα η προάσπιση -ως κόρης οφθαλμού- της ερευνητικής, εκπαιδευτικής, αλλά και διοικητικής λειτουργίας των Ελληνικών ΑΕΙ, παράλληλα με τη διαφύλαξη αλλά και περαιτέρω εντατικοποίηση της διαδικασίας αναβάθμισης της ποιότητας και ακαδημαϊκότητας αυτών.

Αποτελεί πάγιο και σταθερό πιστεύω μας ότι το μέγιστο έργο της αλλαγής και της μεγάλης ανάταξης του συστήματος εναπόκειται στους ώμους των λειτουργών της Ανώτατης Εκπαίδευσης. Η διεθνής εμπειρία φανερώνει ότι καμιά άλλη συνιστώσα του Πανεπιστημίου ή της Πολιτείας, ακόμα και αν έχει τη θέληση, δεν είναι σε θέση από μόνη της να φέρει σε πέρας το δύσκολο αυτό έργο.