Ο βασιλειάς είναι γυμνός

Από Παναγιώτης Τσέλλος 5 Μαΐου 2010

Ελληνικό ποδόσφαιρο… Το πρωτάθλημα τελείωσε… Το κύπελλο επίσης… Τα κατέκτησε και τα δύο με χαρακτηριστική ευκολία ο Παναθηναϊκός, ανακουφίζοντας τους μετόχους του που είδαν επιτέλους τις δαπάνες τους να αποφέρουν καρπούς. Οι τέσσερις που ακολουθούν στην τελική βαθμολογία δίνουν ήδη την μεταξύ τους μάχη για την εξασφάλιση κάποιων θέσεων στον λαμπερό κόσμο των δύο ευρωπαϊκών διασυλλογικών διοργανώσεων την χρονιά που έπεται. Ο Πανθρακικός, τα Γιάννενα και ο Λεβαδειακός επιβεβαίωσαν τον λυπηρό κανόνα που θέλει τις επαρχιακές ομάδες να μην μπορούν να ανταγωνιστούν αυτές των μεγάλων αστικών κέντρων και αποχαιρέτισαν την κατηγορία. Και οι υπόλοιποι θα συνεχίσουν και του χρόνου στην Α’ Εθνική επαναπροσδιορίζοντας τους στόχους τους και ελπίζοντας σε μια καλύτερη πορεία στα πλαίσια του δυνατού…

Κι όμως, όλες οι παραπάνω κατηγορίες ομάδων έχουν μεταξύ τους ένα κοινό: ότι θα συνεχίσουν να αγωνίζονται σ’ ένα από τα λιγότερο οργανωμένα και περισσότερο διεφθαρμένα πρωταθλήματα της Ευρώπης. Οι πρόσφατες αποκαλύψεις για προκανονισμένα τελικά αποτελέσματα πλήττουν σίγουρα το όποιο κύρος είχε απομείνει στα εγχώρια ποδοσφαιρικά πράγματα. Το πλήθος δε των ενεπεπλεγμένων στο στοιχηματικό σκάνδαλο ομάδων προβληματίζει ακόμα και τους πιο καλόπιστους, αλλά περισσότερο επαληθεύει μια αλήθεια την οποία πολλοί αρνούνται να αποδεχθούν. Οπουδήποτε υπεισέρχεται ο παράγοντας χρήμα και τα συμφέροντα κερδοφορίας, άλλες αξίες, όπως αυτές της ευγενούς άμιλλας, της αγάπης για σύμβολα, του πάθους για ιδανικά , των συναισθηματικών δεσμών με πρόσωπα( φυσικά, όπως ένας ποδοσφαιριστής, ή νομικά, όπως μια ομάδα) και καταστάσεις τυχαίνει συχνά να παραμελούνται πολύ ευκολότερα απ’ όσο φανταζόμασταν.

Κι ενώ πίσω απ’ τις πλάτες μας διαδραματίζεται ένα χοντρό κι ανήθικο παιχνίδι εκατομμυρίων, χιλιάδες αφελείς- ανεγκέφαλοι οργανωμένοι οπαδοί δίνουν κάθε Κυριακή την δική τους παράλογη παράσταση βίας στις εξέδρες των σταδίων. Πνευματικά ευνουχισμένοι νεαροί, αδυνατώντας να κατανοήσουν την κυνική πραγματικότητα του ρόλου τους που τους θέλει πιόνια στα χέρια των προέδρων- επιχειρηματιών οι οποίοι, με τη σειρά τους, τους χρησιμοποιούν για να εμψυχώνουν τους ακριβοπληρωμένους παίκτες τους και να τρομοκρατούν τους αντιπάλους, είναι αυτοί που κάθε εβδομάδα λεηλατούν, βιαιοπραγούν, βρίζουν χυδαία και εν τέλει εκτονώνουν μια επιθετικότητα εκθέτοντας παράλληλα ένα άθλημα με μεγάλη ιστορία κι ακόμα μεγαλύτερες αισθητική σημασία και συναισθηματική αξία.

Η αλήθεια είναι πως η βία στα γήπεδα και ο φανατισμός δεν αποτελούν αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο. Ο χουλιγκανισμός έχει τις ιστορικές του ρίζες στην Αγγλία, ενώ επεισόδια λαμβάνουν χώρα ακόμα και στις πιο πολιτισμένες Γαλλία και Γερμανία. Μόνο που στις συγκεκριμένες χώρες το φαινόμενο καταπολεμήθηκε πριν πάρει μεγάλες διαστάσεις. Ή, ακόμα κι όταν τα πράγματα έδειχναν να ξεφεύγουν τα προληπτικά μέτρα που ελήφθησαν ή η κατασταλτική αντιμετώπιση που εφαρμόσθηκε υπήρξαν σαφή, ξεκάθαρα και άμεσα. Η έκταση όμως και η συχνότητα των επεισοδίων, ο αριθμός των τραυματισμών και το μέγεθος των υλικών ζημιών αποτελούν στην Ελλάδα ένα ακόμη φαινόμενο αρνητικής πρωτοτυπίας. Κι αν οι μεγαλοπαράγοντες δηλώνουν υποκριτικά πρόθυμοι να καταπολεμήσουν το φαινόμενο των ανεξέλεγκτων εκτρόπων, θαρρώ πως όλοι είμαστε πεπεισμένοι πως κανένας σύλλογος δεν θα εδύνατο να επιβιώσει οικονομικά δίχως τις εισφορές που καταβάλουν και τα εισιτήρια διαρκείας που σπεύδουν να εξασφαλίσουν(με τις απαραίτητες διευκολύνσεις φυσικά) τα μέλη των συνοικιακών συλλόγων μεγάλων σωματείων. Πρόκειται περί μιας νοσηρής αλληλεξάρτησης του ασύδοτου κεφαλαίου με κάποιους που επέλεξαν την πιο απλοϊκή, απτή και υλική μορφή πίστης και εναπόθεσης επίγειας ελπίδας : αυτήν μιας ομάδας.

Και κάπου εδώ είναι που επεμβαίνει έστω και καθυστερημένα η πολιτεία, χτυπώντας δυνατά το καμπανάκι στους αληθινά υπεύθυνους για το πρόβλημα. Αναφέρομαι στην πρόσφατη απόφαση του υπουργού προστασίας του πολίτη κ. Χρυσοχοΐδη που αφορούσε την πλήρη κατάργηση των κρατικών επιχορηγήσεων σε όσες ομάδες αγωνίζονται στο Εθνικό Επαγγελματικό Πρωτάθλημα. Σε μια απόφαση που έπρεπε να έχει ληφθεί εδώ και χρόνια, πριν τα κρούσματα κτηνώδους βίας και απίστευτης οχλαγωγίας πολλαπλασιαστούν και καταστούν κανόνας στα ελληνικά γήπεδα. Αν μάλιστα η διακοπή των επιδοτήσεων συνδυαστεί με την απαίτηση της καταβολής των χρωστούμενων φόρων (που συνήθιζαν μέχρι πρότεινος να χαρίζονται…) από μέρους των ομάδων στο ελληνικό δημόσιο, νομίζω πως θα έχει γίνει ένα πρώτο βήμα ώστε ιδιοκτήτες και παίχτες να αντιληφθούν επιτέλους τις υποχρεώσεις τους απέναντι στο κράτος και την ευρύτερη κοινωνία. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο τα παραπάνω, δεν πρέπει να εκληφθούν μονάχα ως μια δίκαιη ποινή για την αδιαφορία και την καταστροφική πολιτική των ΠΑΕ που οδήγησαν στην πλήρη περιφρόνηση και απαξίωση του αθλητισμού, αλλά και ως επανεκτίμηση των προτεραιοτήτων και των υπαρκτών κοινωνικών αναγκών. Γιατί δεν είναι δυνατόν σε μια περίοδο βαθειάς κρίσης και συγκυριακής ανάδειξης τεράστιων δημοσιονομικών προβλημάτων, το κράτος αφενός να περικόπτει μισθούς και συντάξεις και αφετέρου να συνεχίσει να χρηματοδοτεί ποδοσφαιρικά σωματεία που ουδέποτε προσέφεραν έργο για την ανάπτυξη του εγχώριου αθλητισμού, για τη διάδοση ευγενών ιδεών περί σεβασμού του αντιπάλου ή την -έστω και συμβολική-αποκήρυξη των στοιχείων του ιδεοληπτικού οπαδικού δογματισμού που διέπουν μεγάλο μέρος της κοινωνίας μας.

Όπως επίσης είναι αδιανόητο το ότι δημόσιοι πόροι διατίθενται στα ταμεία των ομάδων συνεισφέροντας έτσι στις προκλητικές δαπάνες των προέδρων τους για την απόκτηση αστέρων που θα γίνουν λίγο αργότερα αντικείμενο λατρείας και μίσους από κάποιους μικρόνοες. Κι όλ’ αυτά τη στιγμή που στη χώρα μας οι οργανωμένοι χώροι άθλησης που απευθύνονται στους απλούς πολίτες αποτελούν ένα μάλλον σπάνιο θέαμα…

Το ποδόσφαιρο έπαψε πια να είναι συνώνυμο της γιορτής. Αποτελεί περισσότερο μια αφορμή για τσακωμούς, συγκρούσεις και εύκολο χρήμα. Αντανακλά πλέον το ένστικτό μας για αναζήτηση ενός οποιουδήποτε αντιπάλου που τόσο έχουμε ανάγκη να καταφερθούμε εναντίον του βιαιοπραγώντας λεκτικά ή σωματικά. Αντικατοπτρίζει την απόγνωση αλλά και την μάταιη ελπίδα της πλάνης της προσωρινής ευχαρίστησης της εξόντωσης του αλλόδοξου… Είναι αυτά τα τρομερής υποβόσκουσας δύναμης δίπολα πράσινο-κόκκινο, γηπεδούχος- φιλοξενούμενος, φαβορί-αουτσάιντερ, επιθετικός-αμυντικός, που εξαίρουν την επιθετικότητά μας που επιζητά με κάθε τρόπο ένα αντικείμενο να προβληθεί…
Δυστυχώς κανείς δεν φρόντισε να μας ωθήσει σε μια διαφορετική, περισσότερο αποστασιοποιημένη, οπτική του ποδοσφαίρου. Κανείς δεν υποστήριξε πως ο επαγγελματισμός σκοτώνει τον αθλητισμό απλά και μόνο γιατί τον θέτει εκτός ορίων της φύσεώς του. Και κανείς από τους ιθύνοντες δεν κατέστησε σαφές ότι το ποδόσφαιρο είναι ωραίο όταν δεν το παίρνεις και πολύ στα σοβαρά… Ίσως γιατί κάτι τέτοιο δεν συμφέρει στις μέρες μας κανέναν…

Κι έτσι, ελλείψει κατάλληλου παραδειγματισμού, παρακολουθούμε κάθε εβδομάδα, ανήμποροι να επέμβουμε, τα καθιερωμένα πια γηπεδικά επεισόδια…
Προσδοκώνας στην ιδεατή μορφή του εξευγενισμένου φιλάθλου…