Νεοελληνισμός και βαρβαρότητα…

Από Παναγιώτης Τσέλλος 26 Φεβρουαρίου 2010

Ρεμπετάδικα, τσιφτετέλια, μπεγλέρια, ρακόμελα, πανηγύρια, σουβλάκια, μπουζούκια, κλαρίνα… Και μαζί μ’ αυτά, παντελής έλλειψη μέτρου, περιφρόνηση της πειθαρχίας, φαλλοκρατισμός, αγένεια και μια γενικότερα άκομψη πληθωρικότητα που αιωρείται…

Είναι μερικά απ’ τα στοιχεία φολκλόρ που συνεχίζουμε με πάθος να αγαπούμε,  να υπερασπιζόμαστε, να αναπαράγουμε, δηλώνοντας υπερήφανοι για την καταγωγή μας. Είναι στοιχεία της παράδοσης και του χαρακτήρα μας, τα οποία είτε δεν δυνάμεθα είτε δεν θα επιθυμούσαμε να ξεχάσουμε και να εγκαταλείψουμε.  «Και δικαίως!» , θα έλεγε κάποιος φοβούμενος την απειλή των συνεπειών της –αναπόφευκτης-  παγκοσμιοποίησης. Μήπως όμως υπερβάλλουμε λίγο οι νεοέλληνες, κλείνοντας τα μάτια σε μια νέα και σύγχρονη πραγματικότητα διαφορετικού τρόπου ζωής και πιο εκλεπτισμένης αισθητικής; Και μήπως τελικά αντιφάσκουμε όταν δηλώνουμε πως λατρεύουμε να  μας αποκαλούν Ευρωπαίους πολίτες;

Δεν αμφέβαλλα ποτέ για την αγάπη και τον θαυμασμό των συμπατριωτών μου για την χώρα τους. Άλλωστε κάτι τέτοιο φαντάζει αναπόφευκτο τη στιγμή κατά την οποία μεγαλώσαμε διαβάζοντας σχολικά βιβλία που εξήραν τον ανδρισμό, την γενναιότητα και την μαχητικότητα των Ελλήνων, χωρίς παρ’ όλ’ αυτά ποτέ να αναφέρεται ρητά και κατηγορηματικά στο ότι , και στον 2ο Παγκόσμιο και το περίφημο 1821, οι ξένες δυνάμεις –και φυσικά τα συμφέροντά τους- έπαιξαν καθοριστικότερο ρόλο απ’ την ανυπότακτη ελληνική ψυχή για την απελευθέρωσή μας… Μεγαλώσαμε θαρρώντας εαυτούς ως άξιους συνεχιστές των αρχαίων ημών προγόνων, εξυμνώντας τις στρατιωτικές επιτυχίες του Μ. Αλεξάνδρου που  ήθελε λέει να εκπολιτίσει τους Βαρβάρους (σφαγιάζοντάς τους…), μαθαίνοντας  για τους εκχριστιανισμούς  των σλάβων που έπρεπε να φαντάζει ως άλλη μια θετική επέμβαση της ορθοδοξίας κι όχι ως μια βάναυση και επεκτατική παρέμβαση προσηλυτισμού … Θέλω να πω, πως η στάση ενός λαού απέναντι στους άλλους, αλλά και ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβάνεται τον εαυτό του και τον ρόλο του, χειραγωγούνται επιτυχώς απ’ όταν ο καθένας μας είναι πολύ μικρός… Έτσι καταλήγουμε να αναπαράγουμε ρήσεις λαοπλάνων-δικτατόρων, όπως αυτή του Γ.Παπαδόπουλου..: «Το 500π.Χ. που ΕΜΕΙΣ χτίζαμε τον Παρθενώνα, οι δυτικοί έτρωγαν βαλανίδια»… Η παραπάνω φράση μπορεί και να αληθεύει εν μέρει( αν και προσφάτως έρευνες ιστορικών ανακάλυψαν έργα τέχνης σε περιοχή που ανήκει στην σημερινή Γερμανία και χρονολογούνται περίπου στο 10000π.Χ), όμως κανείς δεν έχει μάθει να μπαίνει στον κόπο να ρωτήσει: Το 1600μ.Χ., όταν οι Άγγλοι, οι Γερμανοί και οι Γάλλοι είχαν αναπτύξει σε μεγάλο βαθμό τις τέχνες και τις επιστήμες, οι Έλληνες σε ποια κατάσταση βρίσκονταν; Και νομίζω πως το 1600μ.Χ. επηρεάζει πολύ περισσότερο το σήμερα, παραδεχόμενοι βέβαια πως ο Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός- και άρα η παγκόσμια πρόοδος- οφείλει κατά πολύ της γέννησή του στα γραπτά των αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων…

Στόχος του άρθρου δεν είναι φυσικά να ωθήσω τους αναγνώστες στην ξενομανία.  Τους καλώ όμως να αποκυρήξουν αυτό το ελληνοκεντρικό στοιχείο που κυριαρχεί με τον πιο χυδαίο και αντιαισθητικό τρόπο στην καθημερινότητά μας. Αναφέρομαι στην εικόνα μας που πρέπει επιτέλους να απαλλαγεί απ’ αυτή τη μίζερη φουστανέλα της εποχής της τουρκοκρατίας. Αναφέρομαι στην πρόδηλη ανάγκη που υπάρχει να κοιτάξουμε μπροστά, να εκτιμήσουμε και -γιατί όχι- να υιοθετήσουμε κάποιες συνήθειες και στάσεις προόδου που πηγάζουν από την Δυτική Ευρώπη. Αντιλήψεις και συμπεριφορές που κατά βάθος φθονούμε, χωρίς ωστόσο να αναρωτιόμαστε ποιο είναι αυτό το επτασφράγιστο μυστικό της ανάπτυξης και της ευημερίας συγκεκριμένων λαών, που ναι μεν ευνοήθηκαν ιστορικά περισσότερο από τις συγκυρίες, οφείλουμε όμως να αναγνωρίσουμε πως και οι ίδιοι συνέβαλαν στην ανέγερση του σημερινού στέρεου οικοδομήματός τους που, απ’ ό, τι φαίνεται, μόνο απ’ τον άκρατο και ανεξέλεγκτο καπιταλισμό μπορεί να απειληθεί…

Γιατί ποιος λαός μπορεί να οδηγηθεί στην εφ’ όλης της ύλης ανάπτυξη –και άρα βελτίωση- όταν αρνείται πεισματικά να συγχρονιστεί  ή –για να είμαι πιο ακριβής- να προσαρμοστεί σ’ έναν πιο σύγχρονο ρυθμό που διέπεται από (όχι πάντα είναι η αλήθεια) υγιή αλληλεπίδραση και αλληλεξάρτηση στα πλαίσια της ελεύθερης διακίνησης υλικών και συμβολικών αγαθών; Και ποιος λαός παγκοσμίως είναι τόσο προσκολλημένος σ’ ένα ένδοξο παρελθόν 3000 ετών πριν , μη έχοντας την στοιχειώδη οξυδέρκεια της παραδοχής  της ανάγκης διαγραφής μιας νέας πορείας, την ώρα μάλιστα που ο βίος τον οποίο διάγει είναι εκ διαμέτρου αντίθετος με τις αξίες και το πνεύμα εκείνης της εποχής; Σε ποιον τρόπο ζωής αναφέρομαι;

Στις καθημερινά γεμάτες από φοιτητές καφετέριες (συμπεριλαμβανομένου εννοείται και του γράφοντος). Στις μουσικές προτιμήσεις που δεν λεν να ξεκολλήσουν από τα λαϊκά άσματα της κενότητας και της αφέλειας. Στον προαναφερθέντα φαλλοκρατισμό που αναπαράγεται εξωφρενικά από την τηλεόραση μέσω σήριαλ, διαφημίσεων και realities,όπως στο «Μια νύφη για τον γιο μου», όπου οι μητέρες το μόνο που ζητούν από τις μελλοντικές συζύγους των υιών τους, είναι να τους πλένουν και να τους μαγειρεύουν! Στην έλλειψη σεβασμού προς την δημόσια περιουσία, άρα και προς τα δικαιώματα των συμπολιτών μας. Στην υπανάπτυκτου βαθμού περιφρόνηση του οποιοδήποτε νόμου, κάτι  που μαρτυρά την αδυναμία κατανόησης της χρησιμότητας  και της συμβολής του για την ευρυθμία της κοινωνίας στην οποία ζούμε. Στην ανυπαρξία αισθητικής, την οποία ποτέ δεν μας δόθηκε η ευκαιρία να καλλιεργήσουμε, καθώς μεγαλώσαμε παρατηρώντας τις μονοκατοικίες να αντικαθίστανται από μεγαθήρια,  τις ταμπέλες των μαγαζιών να είναι επιεικώς  αταίριαστες με τον περιβάλλοντα χώρο και την καταστροφή μοναδικής ομορφιάς παραλιών από την δημιουργία των εξαιρετικής κακογουστιάς beach bars…Στην υπερβολική μας προσκόλληση στην εκκλησία που μας οδήγησε στον μεσαιωνικό σκοταδισμό και την δεισιδαιμονική μοιρολατρία…

Όλα τα παραπάνω συνθέτουν ήδη μια βαριά κοινωνική παθογένεια. Πόσο μάλλον όταν δηλώνουμε περήφανοι για  τις συνήθειές μας και απρόθυμοι να προσαρμοστούμε σε μια νέα τάξη πραγμάτων  περιφρονώντας μάλιστα τους «ξενέρωτους» ευρωπαίους. Γιατί όμως τόση επιμονή στο φολκλόρ, τόση εμμονή για την αναβίωση των ηθών και των εθίμων και τόση μανία για έναν μιμητισμό της ζωής των… παππούδων μας; Η απάντηση είναι απλή και συνάμα λυπηρή. Ο εκσυγχρονισμός απαιτεί εγρήγορση, θέληση, αποφασιστικότητα, όραμα για κάτι καλύτερο και μια δόση περιέργειας για το αύριο και τον υπόλοιπο κόσμο… Και σήμερα ο μέσος Έλληνας, αν και διαθέτει ένα αξιοπρεπές επίπεδο μόρφωσης, δεν δείχνει διατεθειμένος για το βήμα που θα τον απαλλάξει από το κάτι στατικό, αν όχι οπισθοδρομικό, που τον χαρακτηρίζει. Δεν προτιθέμεθα να οδεύσουμε προς τον εξευρωπαϊσμό μας γιατί απλά έχουμε «βολευτεί» με τους παλιούς γνωστούς αργούς ρυθμούς μιας χώρας που δεν παράγει τίποτα κι ενός πληθυσμού που προτιμάει να περνάει καλά παρά να σκέφτεται, να προσπαθεί και να ευαισθητοποιείται. Κι αυτά τα χαρακτηριστικά, αν και τα υπερασπιζόμαστε μ’ αυτόν τον εγωισμό παρηκμασμένης αυθεντίας, μας ενοχλούν δημιουργώντας μας ενοχές, αλλά πολύ περισσότερο, ένα αίσθημα μειονεξίας που μας τριβελίζει. Είναι το αίσθημα που μας ωθεί στις συνεχείς αναφορές στην ένδοξη ιστορία μας, στην επισήμανση των αμέτρητων δυνατοτήτων μας, στην υπενθύμιση των κατορθωμάτων μας, στην αποθέωση του ισχυρού μας πνεύματος, μέσω των ανεκδότων επί παραδείγματι  που ως στόχο έχουν την ηθική ενίσχυση της κοινωνικής μας ταυτότητας. Θα ‘λεγε κανείς, πως πίσω απ’ τους αρνητικούς και πολλές φορές χλευαστικούς χαρακτηρισμούς που εκστομίζουμε για αρετές όπως η πειθαρχία, το μέτρο, η σοβαρότητα, η υπευθυνότητα και η αίσθηση του καθήκοντος, προσπαθεί να κρυφτεί  ένα μάλλον ευδιάκριτο σύμπλεγμα κατωτερότητας. Στην χώρα μας τα παραπάνω προτερήματα νοούνται ως στοιχεία «ξενέρωτα», ψυχρά, δικτατορικά και υποδηλώνουν το ακριβώς αντίθετο του προσφιλούς και συμπαθούς μεσογειακού ταμπεραμέντου του  συναισθηματισμού και της πληθωρικότητας…

Νιώθουμε την ανάγκη να παρουσιάσουμε τους δυτικούς ως δυστυχείς, τους αποκαλούμε άβουλους, κακομοίρηδες, σκληρούς, μα τελικά θύματα της καταπιεστικής καθημερινότητας, από την οποία εμείς –ως πιο πονηροί και πιο έξυπνοι- έχουμε φροντίσει να απαλλαγούμε. Θα ήταν επίσης δώρον -άδωρον  η οποιαδήποτε αναφορά στην από μέρους μας αποδοχή μιας διαφορετικής, πιο εκλεπτυσμένης και πιο υποψιασμένης κατά τη γνώμη μου, προσέγγισης της τέχνης, της αισθητικής, των γεύσεων, των γενικότερων συνηθειών…. Στην Ελλάδα ο Μητροπάνος προτιμάται ασυζητητί του Bach, ο μουσακάς δεν συγκρίνεται με μια quiche Lorraine και το μουσείο της Ακρόπολης δεν άρεσε επειδή δεν θυμίζει αρχαιοελληνικό ναό….!

Μέσα σ’ ένα τέτοιο κλίμα μεγαλώσαμε… Σ’ ένα κλίμα τραγελαφικού εθνικοπατριωτισμού ως απόρροια του ηττημένου ΕΓΩ και της χαμένης αξιοπρέπειας και αξιοπιστίας. Προσπαθώντας ματαίως να πετύχουμε τον αυτοεμπαιχτικό  καθησυχασμό μας… Μειώνοντας την πρόοδο των άλλων και επιλέγοντας να διδάσκουμε την ψευδή  ιστορία των  ανύπαρκτων κρυφών σχολείων  (κάτι που είναι επιστημονικώς τεκμηριωμένο) και της επιλεκτικής διήγησης και αφήγησης των γεγονότων… Προσπαθώντας για την καλλιέργεια της αβάσιμης εθνικής υπερηφάνειας, του εθνικιστικού φανατισμού και της μισαλλοδοξίας που μας οδήγησαν σε μια περίεργη και αδικαιολόγητη αυτοπεποίθηση… Και μετά στην  οικονομική επιτήρηση από τους «μισητούς» μας Γερμανούς…

Προσπαθώντας να αναζητήσουμε τα αίτια της διαφαινόμενης διεθνούς μας απομόνωσης….

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΣΧΕΤΙΚΑ