Κομοτηνή | Μια πόλη, χίλια αρώματα

Από neolaia.gr Team 20 Φεβρουαρίου 2010

Από το συνεργαζόμενο travelstyle.gr

Πολλές φορές πιάνω τον εαυτό μου να αναπολώ τη φοιτητική μου ζωή. Το βλέμμα μου φωτίζεται -τουλάχιστον, έτσι μου λένε- όταν περιγράφω εκείνα τα ανέμελα χρόνια, τότε που έλεγα «θα βγω να περπατήσω» και βρισκόμουν σε κάποιο πλακόστρωτο παραδοσιακό δρομάκι, να προσπερνάω αυθεντικούς ανθρώπους της ελληνικής επαρχίας με καθάρια βλέμματα.

Ήταν η πρώτη φορά που επισκεπτόμουν την Κομοτηνή και στα πρώτα λεπτά της περαντζάδας μου στην Πλατεία Ειρήνης, ένα deja vu εκείνης της περιόδου ξετυλιγόταν μπροστά μου σαν ανατολίτικο χαλί. Περπάτησα αρκετές ώρες, είναι αλήθεια, για να ανακαλύψω κάθε γωνιά της. Το προτίμησα από το αυτοκίνητο, καθώς διέκρινα αμέσως πως η Κομοτηνή, χωρίς υπερβολές, είναι από τις πιο υπέροχες, ζεστές και φιλόξενες πόλεις που έχω γνωρίσει. Αρκετές φορές χρειάστηκε να ρωτήσω για το πού βρισκόταν ένα μέρος και συχνά οι κάτοικοι περπάτησαν μαζί μου για να με πάνε ως εκεί. Δεν υπήρχε άνθρωπος, μικρός ή μεγάλος, που να μη μου χαμογελούσε και να μη με καλωσόριζε, έτσι, δίχως να γνωριζόμαστε. Η Κομοτηνή και ο κόσμος της μου μετέδιδαν αφειδώς όλη τους την ενέργεια.

ΤΟ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟ ΚΕΝΤΡΟ

Στην Κομοτηνή φιλοξενήθηκα στο Xenia, ένα ξενοδοχείο με ευγενέστατο προσωπικό. Μετά από ένα δυναμωτικό πρωινό, άρχισα την περιήγησή μου.

Ξεκίνησα από την Πλατεία Ειρήνης, εκεί όπου το μεσημέρι μαζεύονται όλοι στα cafes που την περιστοιχίζουν, απολαμβάνοντας τον ήλιο. Ο φοιτητόκοσμος πανταχού παρών! Σε αυτόν, άλλωστε, οφείλεται ο αέρας ανανέωσης και φρεσκάδας που πνέει στην περιοχή.

Η αγωνία μου ήταν να μαζέψω όσες περισσότερες αναμνήσεις μπορούσα. Τα άφησα, λοιπόν, όλα πίσω μου και χάθηκα στα στενάκια και τους πεζόδρομους, που έσφυζαν από ζωή. Δεχόμουν ασταμάτητα ανελέητες «επιθέσεις» από αρώματα και εικόνες· καφές, μπαχαρικά και γλυκά υπόσχονταν αξέχαστες γευστικές εμπειρίες, ενώ χριστιανοί και μουσουλμάνες με μαντίλες έκαναν τη βόλτα τους δίπλα μου, περνώντας από τα στραγαλατζίδικα, τα χαλκωματάδικα, τα τενεκετζίδικα και τα μαχαιράδικα. Ένα χαρμάνι λαών, φυλών και πολιτισμών, ένα ακατέργαστο μωσαϊκό που συμβίωνε αρμονικά και έκανε την πόλη πολύ όμορφη και ιδιαίτερη.

ΕΞΕΡΕΥΝΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΑΓΟΡΑ

Δεν είναι δύσκολο να βρεθείς στην Παλιά Αγορά. Άλλωστε, αν ρωτήσεις τους Κομοτηναίους για ένα μέρος στην Κομοτηνή γραφικό με έντονους ρυθμούς, σίγουρα θα σε οδηγήσουν προς τα εκεί. Πέρασα την οδό Ορφέως και έφτασα. Η ατμόσφαιρα εκεί ήταν πολύ διαφορετική από αυτή της υπόλοιπης πόλης. Γυναίκες και άντρες κάθε ηλικίας έκαναν τα ψώνια τους στα μικρά παραδοσιακά μαγαζιά της Ερμού, του κεντρικού εμπορικού δρόμου. Απ’ ό,τι κατάλαβα, στην πλειοψηφία τους βρίσκονταν σε αυτή εδώ και 30 χρόνια και ήταν, ως επί το πλείστον, οικογενειακές επιχειρήσεις.

Στην οδό Σερρών, πάλι, τα πιο πολλά καταστήματα είχαν κατεβασμένα ρολά. «Τα περισσότερα είναι καλοκαιρινά ταβερνάκια και αυτή την εποχή παραμένουν κλειστά», μου είπε η κυρα-Μαρία. Πιο κάτω, σε μια γωνιά της οδού Ιωαννίνων συνάντησα το στραγαλατζίδικο του κου Λάκη Κωνσταντίνου. Θεωρείται ο «μάστορας» των πικάντικων ξηρών καρπών, που, όπως μου είπε ο ίδιος, στην Κομοτηνή επιβάλλεται να συνοδεύουν την ντόπια μπύρα Βεργίνα. «Ογδόντα χρόνια στην ίδια γωνία», μου είπαν με μια φωνή αυτός και η γυναίκα του. Στραγάλια αφράτα, άσπρα, αλμυρά, πιπεράτα, με αλεύρι ή με καραμέλα με δελέαζαν για μια δοκιμή. Αν βρεθείτε κι εσείς στην αγορά, πείτε μια «καλημέρα» στον Γιώργο Πετροσιάν, στο Καφενείο της οδού Μπακαλμπάση. Μπορεί να γίνει ο ιδανικός ξεναγός, αν θέλετε να εξερευνήσετε τις ομορφιές του νομού Ροδόπης.

Αυτός ήταν που με παρότρυνε να βγω από τα «τείχη» της πόλης και να επισκεφθώ τα Θρακικά Μετέωρα, τον Ίασμο και τη Μαρώνεια. Στο πρόσωπό του διέκρινα τον ενθουσιασμό για έναν τόπο παντελώς άγνωστο στους Έλληνες εκδρομείς.

ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΛΑΤΕΙΑ

Μετά από ένα σύντομο γεύμα, επέλεξα τον εμπορικό πεζόδρομο της Βενιζέλου για να συνεχίσω τη βόλτα μου. Η ώρα είχε πάει 5 το απόγευμα και τα καταστήματα είχαν αρχίσει δειλά δειλά να ανοίγουν. Πολλές φορές έκανα μία στάση σε κάποια βιτρίνα -με επώνυμα είδη, μεταξωτά υφάσματα ή χειροποίητα κοσμήματα- για να χαζέψω.

Περνώντας από τον παράδρομο της οδού Νικαίας, στάθηκα έξω από το παραδοσιακό καφενείο «Εν Βενιζέλω», που, για κακή μου τύχη, ήταν κλειστό. Ωστόσο, κατάφερα να δω τα υπέροχα, ζωγραφιστά ξύλινα τραπεζάκια και την παραδοσιακή διακόσμηση στο εσωτερικό του. Συνέχισα τον περίπατό μου μέχρι που συνάντησα στη Λέσχη Κομοτηναίων ένα νεοκλασικό κίτρινο κτήριο, στη γωνία των οδών Σοφούλη και Δημοκρίτου.

Μετά από ούτε 100 μ., βρέθηκα μπροστά από την Τσανάκλειο Σχολή. Ξεφτισμένη από τα χρόνια, περιμένει με ανυπομονησία την αναπαλαίωσή της, καθώς, όπως λέγεται, εκεί θα μεταφερθεί το Δημαρχείο της Κομοτηνής. Λίγο πιο κάτω, στη συμβολή των οδών Τσανακλή και Παπαθανάση-Μουσιόπουλου, στεγάζεται η Δημοτική Βιβλιοθήκη, νεοκλασικής κατασκευής, με άσπρες λουστραριστές πόρτες, σκούρα ξύλινα παντζούρια και μπαλκόνια με μπλε κάγκελα.

Ακριβώς απέναντι, αντίκρισα τη Σχολή Βυζαντινής Μουσικής, παρόμοιου ύφους. Πρόκειται για μια γειτονιά που μετρά πάνω από 100 χρόνια ζωής. Εκεί η ατμόσφαιρα που επικρατεί είναι γεμάτη αναμνήσεις από αλλοτινούς, αρχοντικούς καιρούς. Λίγο αργότερα κατηφόρισα προς την πλατεία… όπου το τέλος της μέρας με βρήκε κατάκοπο, αλλά σίγουρα γοητευμένο απ’ όσα είχα ζήσει.

Τη σκυτάλη τώρα έπαιρνε η νύχτα. Είχε έρθει η ώρα να «εισβάλω» σε κάποια από τα bars και τα clubs που ήταν γεμάτα από ντόπιους, νεαρόκοσμο και φοιτητές. Η χαρά του ταξιδιώτη! Στην Κομοτηνή, κάθε μέρα είναι Παρασκευή και Σάββατο. Αν έχεις όρεξη, μπορείς να βρεθείς εκτός ορίων και να γυρίσεις στο ξενοδοχείο στις 7 το πρωί. Όσο για τις επιλογές, εδώ στην Κομοτηνή καλύπτουν όλα τα γούστα και όλα τα βαλάντια…

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΣΧΕΤΙΚΑ